Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012


Ευτυχιό

Ο νευρολόγος της μελετώντας τα αποτελέσματα των εξετάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί, διέγνωσε πως έπασχε από
ευτυχιό.
Αν δεν ήταν τόσο αγχωμένη, θα είχε βάλει τα γέλια. Αλλά ήταν. Κι ο συνειρμός με το χτικιό αναπόφευκτος.
Η λέξη, της εξήγησε ο γιατρός, αποτελεί ευφημισμό.
Άμεσο δάγκωμα στο στομάχι της.
«Όπως λέμε ‘ευλογιά’»;
«Ακριβώς», της απάντησε εκείνος.
«Δυστυχιό με άλλα λόγια», μετέφρασε εκείνη.
«Κοιτάξτε, είναι μια πάθηση που άλλους οδήγησε στην τρέλα, άλλους όμως στη δημιουργία. Ακόμη και στην υπέρβαση.
Το μυαλό ενός ευτυχικού, σε κάθε περίπτωση, λειτουργεί ανεξέλεγκτα».
(Ο νευρολόγος τής δείχνει με μια βέργα το σχήμα που παίρνει ο εγκέφαλος κάποιου που πάσχει από ‘ευτυχιό’).
(Της αναφέρει ένα παράδειγμα κάποιου γνωστού πανεπιστημιακού ο οποίος υποφέρει από την ίδια ασθένεια και εξακολουθεί να διαπρέπει στο χώρο του).
(Τελοσπάντων, κάνει ό, τι μπορεί).
Εκείνη τον αποχαιρετά με ένα χέρι κίτρινο.
Αποφασίζει να το ξεχάσει.
Να συνεχίσει τη ζωή της.
Τη συνεχίζει.
Την επόμενη μέρα, πήγε νωρίς στο μαγαζί της.
Σήκωσε τα ρολλά
Και άρχισε να το σφουγγαρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη.
Γυμνή από τη μέση και πάνω.

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012


ΖΩΗ ΜΕ ΑΟΜΜΑΤΟ

Παντρεύτηκα έναν
Τυφλό
για να’ ναι καλός και
να μπορώ.
Κάθε μεσημέρι,
«για να μου φτιάξει το κέφι»,
έβαζε μουσικές στη διαπασών και χόρευε στο κέντρο περίπου
του σαλονιού.
Μια μέρα,
κι ενώ χόρευε,
τσάκισε τη μέση του με τρόπο τέτοιο,
που ένα τεράστιο χάπι μπλε
από την τσέπη του βρέθηκε στο πάτωμα.
΄Εσκυψα, το μάζεψα, δεν είπα τίποτα, πήγα στο μπάνιο, εκείνος χόρευε.
Αδύνατον να το καταπιώ,
το άφησα να λιώσει στη γλώσσα μου
κι αυτό
άρχισε να διαλύεται όπως ας πούμε μια ταμπλέτα πλυντηρίου.
Όταν επέστρεψα στο σαλόνι
εκείνος με τα χέρια ψηλά ακόμη χόρευε
και τη χαρακτηριστική στο πρόσωπο
έκφραση
ενός όποιου αόμματου
είναι σίγουρος ότι τον κάνουν χάζι.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Ποίημα για την Υπαιτιότητα

Ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων, όταν ο Διονύσης, είπε ψέματα στη νηπιαγωγό μας, την κυρία Σοφία, ότι τον είχα χτυπήσει στο κεφάλι. Άκουσα τ’ όνομά μου και πλησίασα: το κρανίο του Διονύση όντως αιμορραγούσε, με τη διαφορά ότι εγώ δεν τον είχα καν αγγίξει. Έπαιζα κομμωτήριο με τη φίλη μου την Αγγέλα, στην άλλη άκρη του προαυλίου: έκανε την πελάτισσα κι εγώ την κομμώτρια. Ο Διονύσης επέμενε ότι τον έγδαρα με τα χέρια μου. Το έκανε άραγε γιατί είχα επιλέξει αντ’ αυτού τον Χρήστο; Το έκανε γιατί τον εκνεύριζα που ήξερα ανάγνωση και διάβαζα στα νήπια παραμύθια; Που ήμουν πιο ψηλή από κείνον; Εικοσιπέντε και πλέον χρόνια μετά, ακόμη δε γνωρίζω το λόγο. Όπως και να’ χει ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τη συκοφαντία. Την αδικία. Τη διαβολή. Η κυρία Σοφία, λόγω αμφιβολιών, δεν με επέπληξε ιδιαίτερα, αλλά θυμάμαι ότι τα φρύδια της είχαν πλησιάσει πολύ το ένα το άλλο κι είχαν σχηματίσει γεφύρι πάνω από ένα ρυάκι στερεμένο. Μου είπε για καλό και για κακό να κόβω πιο βαθιά τα νύχια μου.
Έχω ανατρέξει πολλές φορές σ’ αυτήν την ιστορία, την τόσο καθοριστική, χωρίς βέβαια τότε να υπάρχει καμία ένδειξη γι’ αυτό: για το πόσο καθοριστική έμελλε να είναι. Γνώρισα έκτοτε πολλούς διονύσηδες σε διάφορα προαύλια και πάντοτε, την ώρα που γινόταν το κακό, την ώρα που άνοιγε ένα κεφάλι, βρισκόμουν κάπου εκεί κοντά, μα όχι μέσα, και έκανα κάτι άλλο, όχι το κακό. Έπαιζα ας πούμε με μπουκάλια johnson’ s ή κάτι τέτοιο. Διάβαζα μυθολογία σε άλλα παιδιά, έκανα μονόζυγο, αργότερα κάπνιζα ένα κόκκινο γκωλουάζ: αλλά δεν ήμουν ο αυτουργός του κακού. Και δεν το λέω με περηφάνια αυτό. Κανείς δεν με παρασημοφόρησε που δεν έκανα το κακό αλλά διάβαζα στα άλλα νήπια, ας πούμε ενδεικτικά, για τον Πήγασο και το Βελλερεφόντη. Κάποιες μάλιστα φορές, θεωρήθηκα δειλή, υπόγεια, ασαφής, προβοκατόρισσα: κάποιες φορές, μου ζητήθηκαν ακόμη και τα ρέστα. Στο κάτω κάτω, όταν κάνεις το κακό, αν μη τι άλλο κάτι κάνεις, ενώ όταν διαβάζεις ή καπνίζεις δεν είναι εντελώς σίγουρο ότι κάτι κάνεις.
Η ιστορία με το Διονύση επαναλήφθηκε χωρίς καμία φαντασία, χωρίς ντροπή, σα να έβγαινε από φωτοτυπικό μηχάνημα. Εγώ, μόνιμα, στόχος. Όσο πιο πολύ ζάρωνα στη γωνιά μου, τόσο πιο πολύ γινόμουν στόχος. Οι κατηγορίες ότι άνοιγα τα κρανία των συμμαθητών μου, έδωσαν με τα χρόνια τη θέση τους σε άλλες, περίπου του τύπου ότι τους άνοιγα τα παντελόνια κι ύστερα τους άφηνα σύξυλους, ενώ εγώ και πάλι βρισκόμουν στην άλλη άκρη του προαυλίου. Μπορεί εν προκειμένω να ήμουν στο δωμάτιό μου και να διάβαζα ντε Σαντ, δεν αντιλέγω: όπως και να’ χει όμως, ήμουν στην άλλη άκρη του προαυλίου.
Άλλες κατέβαζαν τα φερμουάρ.
Και ειλικρινά ως σήμερα, δεν έχω καταλήξει τι είναι πιο αμαρτωλό: ξέρω μόνον πως ήμουν στο δωμάτιό μου κλειδωμένη και διάβαζα τη Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ.
Μετά άρχισα τα πέρα δώθε στα Εξάρχεια. Αφού προκαλούσα έτσι κι αλλιώς, είπα να επωφεληθώ. Έβαψα την κεντρική μου τούφα πορφυρή και μιλούσα σε γλώσσα λόγια και στιλπνή. Στη γλώσσα του Μαρωνίτη και του Κακριδή. Συνέχιζα άλλοις λόγοις το σκάνδαλο, εν γνώσει μου πια. Χόρευα μέσα σε τυροπιτάδικα και κάπνιζα μέσα σε ξωκλήσια. Οι διαδόσεις οργίαζαν. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα κι ήταν όλοι εκτός θέματος στις κρίσεις τους για μένα.
Όταν πια συνειδητοποίησα ότι ζούσα σ’ έναν κόσμο από μικρούς διονύσηδες, ήταν αργά. Είχα ήδη βγάλει ρίζες στον κόσμο αυτό, είχα στεριώσει, πώς το λένε: δεν είχε γυρισμό. Ή μάλλον, αναχώρηση δεν είχε.
Κι έγινα πρακτική. Άρχισε να με αφορά μόνον η επιβίωση. Η επιβίωση μέσα στην τύρβη της πόλης, μέσα στην τύρβη της ζωής, ανάμεσα σε όλους αυτούς που συζητούν για θέματα που δεν με ενδιαφέρουν. Φερ’ ειπείν για το τι τους φάνηκε ότι τους θυμίζει ένα κτίριο που είδαν φευγαλέα μια μέρα που γύριζαν απ’ τη δουλειά, που όμως τελικά δεν ήταν αυτό που νόμιζαν ότι τους θυμίζει, το οποίο και δεν θυμούνται ποιο είναι. Η επιβίωσή μου μέσα στη βαβούρα, μέσα στον άνευ λόγου κατ’ εμέ διονυσιασμό: αυτό και τίποτ’ άλλο. Διότι πολύ δύσκολα πια ενθουσιάζομαι. Διότι πολύ δύσκολα πια πιστεύω. Διότι πολύ δύσκολα εν τέλει δεν θα τρελαθώ, ανάμεσα στο ρείθρο του πεζοδρομίου και το οδόστρωμα, ανάμεσα στις φυλλωσιές από σχόλια για μένα της διαχειρίστριας της πολυκατοικίας.
Το βλέμμα του Διονύση όταν σήκωσε το αιμόφυρτο κεφάλι του και με κοίταξε είχε ένα θρόισμα: έμοιαζε με singer ραπτομηχανή ένα δευτερόλεπτο πριν ξεκινήσει να λειτουργεί. Το βλέμμα του Διονύση ένα δευτερόλεπτο πριν με γαζώσει. Η Αγγέλα δεν πήρε ποτέ θέση, ούτε είπε ποτέ ξεκάθαρα ότι ήμασταν μαζί την ώρα του κακού και ότι έκανα πως την έλουζα. Έμεινε να μας κοιτάει σαν ένα φύκι που κοιτάει ένα κοράλλι.
Όχι μόνο λοιπόν δεν είχα ανοίξει το κεφάλι του Διονύση αλλά στην πραγματικότητα ασχολιόμουν με ένα άλλο κεφάλι, το οποίο έλουζα.
Αυτός ήταν κι ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας που προσπαθώ να σπάσω. Δεν θα βρίσω λοιπόν: την αλυσίδα αυτή είναι που προσπαθώ να σπάσω. Είμαι πολύ απασχολημένη με το να προσπαθώ να σπάσω την αλυσίδα για να βρίσω. Για το γεγονός ότι δεν βρίζω, παραπέμπω στο ποίημά μου ‘οι μίσθαρνοι’. Δεν έχει δημοσιευθεί ποτέ και πουθενά, μα όποιος θέλει πραγματικά, μπορεί να το βρει, ακόμη κι αν χρειαστεί να διαρρήξει το σπίτι μου, τα ιμάτιά του ή τους νευρώνες του εγκεφάλου μου.
Το θέμα της ηθικής είναι αυτό για το οποίο μιλώ και για το οποίο πήγα να ζήσω μόνη μου. Για την ακρίβεια, πήγα να ζήσω μόνη μαζί του. Για να λύσω τι είναι πιο κακό, αν πρέπει σώνει και ντε να υπάρχει σε αυτά κάτι το κακό: να παίρνει μια κοπέλα πίπες ή να διαβάζει μόνη, και ελαφρώς μελαγχολική, στο δωμάτιό της ντε Σαντ, Εμπειρίκο ή Γκουτιέρες;. Και κυρίως να λύσω το εάν όντως δεν έφταιγα για το άνοιγμα του κεφαλιού του Διονύση. Γιατί το κεφάλι του Διονύση έσταζε πράγματι αίμα εκείνη τη μέρα στο προαύλιο του νηπιαγωγείου δίπλα στο μύλο που ανεβαίναμε και κάναμε γύρω γύρω όλοι κι αυτό δεν είναι ούτε μεταφορά ούτε λογοτεχνική άδεια.
Γιατί είναι διάολος ο σχετικισμός και του αρέσει πολύ να τρώει σωθικά. Γιατί μπήγεται σα στυλιάρι στο συκώτι της νόησης. Γιατί σε κάνει να σέρνεσαι σε μια υπόγεια σήραγγα όπου τελικά πεθαίνεις απ’ την πείνα μες στον ύπνο σου. Γιατί μπορεί ο Διονύσης εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή του κακού, να με κοιτούσε, να σκόνταψε πάνω στο μύλο που γύριζε ή να’ πεσε πάνω σε μια κούνια που εκείνη τη στιγμή εκτελούσε τη μέγιστη ελλειψοειδή τροχιά της. Γιατί με κοιτούσε. Γιατί μπορεί ο Διονύσης να αυτοτραυματίστηκε για να μου τραβήξει την προσοχή. Γιατί μπορεί να το έκανε μόνο και μόνο για να με ενοχοποιήσει γιατί και με την ύπαρξή μου του δημιουργούσα δυσφορία. Οπότε, υπ’ αυτές τις περιστάσεις, σωστά είπε στη νηπιαγωγό: του άνοιξα το κεφάλι. Εάν δεν ήμουν εγώ, δεν θα’ χε λυθεί η συνέχεια του δέρματος του κεφαλιού του. Ο Διονύσης εν τοιαύτη περιπτώσει είχε ακριβολογήσει διηγούμενος το περιστατικό, σε σημείο ακόμη και να του συγχωρεθεί η ανακριβής λεπτομέρεια ότι του είχα γδάρει το κρανίο με τα ίδια μου τα χέρια.
Η εναλλακτική μορφή ζωής στην περίπτωσή μου, περιττό ίσως να το πω, θα ήταν το να άνοιγα στ’ αλήθεια πού και πού κανένα κεφάλι. Η εναλλακτική μορφή ζωής θα ήταν, αυτό το σετ από καλοακονισμένα μαχαίρια που κρύβω στο σεμέν μέσα μου να το χρησιμοποιώ ενίοτε. Κι όχι από τη γνώση και το φόβο της κοφτερότητάς τους, να τα κρατάω κλειδωμένα και να’ χω για σιγουριά επίτηδες χάσει το κλειδί.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Ο ΓΕΡΟΣ ΚΙ Η ΣΤΕΡΙΑ

Θέλησα να κοιμηθώ. Είχα ανάγκη να κοιμηθώ, να μπω στο τούνελ του ύπνου. Μα ένας γέρος έπεσε με το ποδήλατό του στην άσφαλτο μπροστά στο σπίτι μου. Έτρεξαν οι γειτόνισσες και άρχισαν να σκούζουν.
Ένας γέρος έπεσε με το ποδήλατό του στην ανηφόρα μπροστά στο σπίτι μου, τη στιγμή ακριβώς που είχα ανάγκη να κοιμηθώ.
Ο ίδιος δεν ακούστηκε καθόλου. Μόνο οι στριγγιές της περιέργειας των γειτονισσών.
Ένιωσα άσχημα. Όχι επειδή ήθελα να κοιμηθώ, ενώ ένας γέρος με ποδήλατο είχε μόλις χάσει την ισορροπία του ακριβώς μπροστά στο σπίτι μου. Ένιωσα άσχημα γιατί το γεγονός αυτό αποτέλεσε αντιπερισπασμό στον ύπνο που τόσο είχα ανάγκη.
Σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα για τον ύπνο μου να μην είχε συμβεί. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν έστω καλύτερα να είχε συμβεί κάποια άλλη στιγμή. Κάποια φερ’ ειπείν στιγμή που θα έλειπα από το σπίτι. Οποιαδήποτε άλλη στιγμή, πέραν αυτής που ήμουν έτοιμη ν' αποκοιμηθώ.
Ο γέρος κι ο κάθε γέρος έχει ζήσει τη ζωή του. Όμως εγώ, χρειάζομαι ξεκούραση για ν’ αντέξω. Δεν χρειάζομαι φασαρία, ούτε τύψεις χρειάζομαι. Ούτε πλαδαρές γειτόνισσες.
Και ναι μεν ο γέρος δεν φώναξε, δεν ακούστηκε καθόλου, ήταν εκείνος όμως που προκάλεσε όλο αυτό το σούσουρο, μέρα μεσημέρι, κάτω ακριβώς απ' το παράθυρό μου κι ενώ προσπαθούσα να κοιμηθώ, γιατί ίσως μου έμενε λίγη ζωή ακόμη και έπρεπε να ξεκουραστώ για να την αντέξω.
Οι γειτόνισσες ακούγονταν σα να μιλούσαν μια γλώσσα φωνηέντων που μόνον οι ίδιες καταλάβαιναν. Ποτέ δεν νοηματοδότησα τη ζωή μου από το πέσιμο κάποιου άλλου. Κι ακόμα το πληρώνω.
Έμαθα από νωρίς πως το πέσιμο καθενός είναι προσωπική του υπόθεση. Κάτι σαν το ξύρισμα ή το κατούρημα.
Ακόμη κι αν φωνάξει σε βοήθεια, στην πραγματικότητα, το μόνο που θέλει κάποιος που πέφτει, είναι μείνει μόνος. Για την ακρίβεια, θα προτιμούσε να μην τον είχε δει κανείς.
Όλα αυτά τα σκεφτόμουν, ελπίζοντας ότι θα έληγε το θέμα κι ότι θα αποκαθίστατο η ησυχία. Ήταν σκέψεις δηλαδή, για να περάσει η ώρα και να μην χρειαστεί να σηκωθώ και να κλείσω το παράθυρο.
Μα ο κόσμος συνέρρεε πάνω από το γέρο, κάνοντας πρόχειρες διαγνώσεις στη γλώσσα με τα φωνήεντα και στερώντας του το οξυγόνο, εις βάρος πάντα του ύπνου μου.

Ο κόσμος συνέρρεε πάνω από το γέρο, λύνοντας έτσι το πρόβλημά του, που ήταν η έλλειψη θέματος συζήτησης. Ο κόσμος, γυρνώνας σπίτι του, σάββατο απόγευμα πια, θα είχε ένα περιστατικό να διηγηθεί κι έτσι ο χρόνος θα κυλούσε. Ο χρόνος θα κυλούσε πιο ομαλά χάρη στο γέρο και το σπασμένο του ποδήλατο, που αλλού είχε βρεθεί η σέλα, αλλού το τιμόνι.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

HOMOPHOBIA

Ρώτησα στη γραμματεία της εισαγγελίας να μάθω τι είχε διαπράξει. Οι υπάλληλοι δεν χρειάστηκε να συμβουλευθούν το κατηγορητήριο, μόνο με το όνομα θυμούνταν την περίπτωση απ’ έξω και ανά πάσα στιγμή: Κατηγορούνταν ότι είχε πατήσει με το αυτοκίνητό του έναν άνθρωπο, ένα τραβεστί.
«Α..δηλαδή, τροχαίο....» είπα ξεφυσώντας και σχεδόν διεκπεραιωτικά, «σωματική βλάβη εξ αμελείας».
«Όχι, όχι έτσι ακριβώς», απάντησαν εκείνοι ανεπαισθήτως ειρωνικά και με μια νοσηρότητα στην προσωδία του ‘όχι’.
«Μα τότε, πώς; Πώς αλλιώς; Πώς αλλιώς, αν όχι έτσι;»
«Ο δράστης», είπαν, «έβαλε μπρος, πάτησε το τραβεστί που έπεσε στο οδόστρωμα, μετά έβαλε όπισθεν και μετά πάλι πρώτη και ξαναπάτησε το θύμα και μετά πάλι όπισθεν και πάλι πρώτη, μαρσάροντας ακόμα περισσότερο. Κι αυτό επαναλήφθηκε τέσσερις ή πέντε φορές, δεν είναι σίγουρο. Οι πραγματογνώμονες μετράνε ακόμη τα ίχνη από τα ελαστικά πάνω στο σώμα του τραβεστί για να καταλήξουν».
«Και τώρα;»
«Τώρα.. τι τώρα. Τώρα είναι μέσα».
«Το ξέρω ότι είναι μέσα».
«Ε, και τι θέλετε; Οι μέρες και ώρες των επισκεπτηρίων είναι αναρτημένες».
«Κι αυτό το ξέρω».
«Μα ποια είστε τελοσπάντων, όλα τα ξέρετε».
«Τι γίνεται από δω και πέρα, αυτή είναι η ερώτησή μου. Και πώς είναι δυνατόν να κρατείται χωρίς να έχει απολογηθεί».
«Κοιτάξτε. Για την οικονομία της προδικασίας, εντελώς προσωρινά, οδηγήθηκε σε σωφρονιστικό κατάστημα. Εκεί, είναι ασφαλής».
«Ασφαλής;»
«Ακριβώς. Δεν πρόκειται να του συμβεί τίποτε, ούτε καν να τον πιάσει κρίση. Το έχουμε διασφαλίσει πλήρως αυτό».
«Πώς δηλαδή; Μα τι μου λέτε επιτέλους;»
«Σας είπαμε, το θέμα έχει διευθετηθεί. Βρήκαμε παλιούς του συμμαθητές και φίλους απ’ το στρατό και τους ζητήσαμε να παίξουν τον ρόλο των κρατουμένων. Έτσι έχει συντροφιά, συζητάνε για τα παλιά και ξεχνιέται. Δεν έχει καν συνειδητοποιήσει ότι κρατείται.»
«Τι νομίζει δηλαδή; Ότι έχει πάει εκδρομή; Ότι συμμετέχει σε κατασκήνωση επανασύνδεσης παλιών γνωρίμων; Και θέλετε να μου πείτε ότι είναι καλό αυτό; Το ότι δεν έχει επίγνωση της κατάστασης;»
«Και τι θα άλλαζε αν ήξερε; Ποιο θα ήταν το όφελος; Δεν μας χρειάζονται άλλοι μανιακοί και τα ηρεμιστικά, ξέρετε, στοιχίζουν. Προτιμήσαμε να δώσουμε ένα μικρό φιλοδώρημα στους παλιούς του συμμαθητές και φίλους. Άλλωστε ήταν ελάχιστοι».
«Θέλω να απευθυνθώ στον εισαγγελέα».
«Πρώτον, απουσιάζει. Δεύτερον, και να μην απουσίαζε, θα σας έλεγε ακριβώς τα ίδια. Εντολές του εκτελούμε. Σας λέμε μην ανησυχείτε. Απόψε μάλιστα θα διοργανωθεί κάτι σαν δεξίωση. Στο προαύλιο της φυλακής θα υπάρχουν άρπες και υπερμεγέθεις τούρτες φιστικιού…»
        

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Το φαράσι

Θα' θελα να' μουνα επόπτρια ασφαλτόστρωσης αυτοκινητοδρόμων στην Καλιφόρνια. Ή τροφός. Ένα απ' τα δύο.
Δεν θα' θελα να' μαι οξυγώνιο τρίγωνο στα πόδια ενός ζευγαριού που χορεύει βαλς.
Και σε καμία περίπτωση απολύτως, δεν θα' θελα να' μαι το κενό ανάμεσα στις φέτες του σώματος ενός καλοριφέρ.
Στην κορυφή του διαβήτη πιέζω την καρδιά του αντίχειρά μου.
Κι όσο για το κόμμα που έχεις κάνει με το ασυνείδητό μου, δεν πρόκειται να το ψηφίσω.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΑΤΑ

Τελικά πήγα.
Πήρα το πλοίο της γραμμής και πήγα.
Το νησί ήταν υποβαθμισμένο και το Πανεπιστήμιο είχε μέτρια φήμη. Οτιδήποτε ωστόσο μετρίου φήμης με έκανε ανέκαθεν να νιώθω πιο άνετα και συχνά αποδεικνυόταν πάνω από τις προσδοκίες μου. Ίσως ήταν σημαντικό για μένα να έχω μια αίσθηση υπεροχής. Κυρίως όμως, ήθελα οπωσδήποτε να παρευρεθώ, έστω μια φορά στη ζωή μου, σε σεμινάριο του Καθηγητή, ο οποίος, άγνωστο για ποιους λόγους, είχε επιλέξει να το πραγματοποιήσει στο συγκεκριμένο και όχι σε κάποιο άλλο, πιο αποδεκτό ή έστω πιο προσβάσιμο, Πανεπιστήμιο.
Τα δρομολόγια από την πόλη προς το νησί ήταν εξαιρετικά αραιά: μόλις δύο φορές το μήνα μπορούσε κανείς να ταξιδέψει από και προς τον τόπο αυτόν.
Με το που κατέβηκα στην προβλήτα, έπειτα από ολιγόωρο ταξίδι, σμήνη λευκών πουλιών που έμοιαζαν με μικρούς ιπτάμενους κύκνους, με κύκλωσαν και θόλωσαν το τοπίο. Δεν μπορούσα να δω απέναντι και έπρεπε οπωσδήποτε να το κάνω για να προσανατολιστώ. Απ’ ό, τι είχα ενημερωθεί από το πρόγραμμα του σεμιναρίου που μου είχε σταλεί ηλεκτρονικά, η επιγραφή του Πανεπιστημίου διακρινόταν υπό κανονικές συνθήκες από το λιμάνι, όχι όμως όταν τύχαινε να κάνει την εμφάνισή του το λεφούσι των πουλιών, πληροφορία την οποία είχα αντιπαρέλθει και πάντως σίγουρα υποτιμήσει.
Στην αρχή χαμογέλασα με το θέαμα, σκέφτηκα μάλιστα να τραβήξω φωτογραφίες, αλλά το φαινόμενο άρχισε να γίνεται ενοχλητικό, καθώς η ώρα περνούσε, η ορατότητα παρέμενε εμποδιζόμενη και τα πράγματά μου (λάπτοπ, βιβλία, σημειωματάρια κλπ), άρχιζαν να μου βαραίνουν τις κλειδώσεις. Στο μεταξύ, πλησίαζε και η ώρα του σεμιναρίου και δεν είχα περιθώρια.
Προσπάθησα να συνεννοηθώ με ορισμένους ντόπιους, ψαράδες ως επί το πλείστον, αλλά τα κρωξίματα των πουλιών και τα απότομα φτερουγίσματά τους, δυσχέραιναν την επικοινωνία, οι δε ψαράδες που πίστευαν πως έπιαναν μιλώντας μου λαβράκι στεριανό, έχαναν τα λόγια τους μετά την απεύθυνσή μου σε αυτούς κι ακόμη κι αν υποθέσουμε πως ήξεραν κατά πού έπεφτε το Πανεπιστήμιο, για το οποίο πολύ αμφιβάλλω, από τη σαστιμάρα τους κι απ’ όσο μπορούσα ν’ ακούσω, μου έδιναν αντιφατικές μεταξύ τους οδηγίες για το πώς να φτάσω εκεί.
Άφησα να με οδηγήσει εν τέλει η διαίσθησή μου, στην οποία μεγαλώνοντας είχα βαθμιαία αρχίσει να δίνω περισσότερη σημασία. Έπεσα έξω: το Πανεπιστήμιο βρισκόταν στα δεξιά σε σχέση με το λιμάνι, ενώ εγώ είχα πάρει την αντίθετη κατεύθυνση, της καρδιάς.
Τα πουλιά εξακολουθούσαν να πετούν, σε αφύσικα χαμηλό ύψος, φτερουγίζοντας ανάμεσα στις μύτες και μέσα στα μαλλιά των λιγοστών κατοίκων του νησιού, μόνο που πλέον, τα είχα πίσω μου.
Το σεμινάριο έγινε σε ένα κατ’ ευφημισμό αμφιθέατρο, αφού, επιγραφόταν μεν ως τέτοιο, χωρίς ωστόσο να παρουσιάζει την παραμικρή κλίση, με αποτέλεσμα να θυμίζει σχολική τάξη, και βασίστηκε στο βιβλίο του Καθηγητή, ‘La Chatte’, το οποίο υπέγραφε με γυναικείο ψευδώνυμο.
Τα κρίσιμα σε σχέση με τις ανάγκες και τους σκοπούς του σεμιναρίου χωρία διαβάστηκαν από τον ίδιο, ο οποίος, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν έπαιρνε καθόλου ανάσα για σελίδες ολόκληρες, εάν το νόημα και η ροή του κειμένου δεν το επέτρεπαν.
Στο τέλος της παρουσίασης, λίγο πριν τα καθιερωμένα ‘συμπεράσματα’ της ημερίδας, κοίταξα για πρώτη φορά γύρω μου, και διαπίστωσα ότι το ακροατήριο αποτελούνταν αποκλειστικά από άντρες, μέσης ηλικίας.
Το πρόγραμμα τελικά, δεν τηρήθηκε κατά γράμμα και, αντί για συμπεράσματα, ο Καθηγητής, μάς ενθάρρυνε να συντάξουμε μια σύντομη μονογραφία σχετική με την παρουσίαση που είχε προηγηθεί, εκθέτοντας άλλες πιθανές εκδοχές αρχής ή τέλους του βιβλίου του και τις σκέψεις μας εν γένει σχετικά με το έργο του.
Σαν κεραυνοβολημένη, άρχισα να γράφω επί τόπου, χωρίς ν’ αφήσω τα δάχτυλά μου ούτε στιγμή να ανασάνουν. Όπως πρωτύτερα είχε ο ίδιος κάνει διαβάζοντας τα κείμενά του: όπως είχε διαβάσει εκείνος, εγώ έγραφα.
Οι μεσήλικες, ένιωθα να με κοιτούν σαρκαστικά, καθώς αποχωρούσαν από την αίθουσα κάνοντας τα ξύλινα έδρανα να κλείνουν με πάταγο. Αδημονούσαν να δοκιμάσουν παστό ψάρι, τη συνοδεία του τοπικού ποτού. Ενός ποτού λευκού, που μύριζε γλυκάνισο, όπως είχα ακούσει να λένε πριν την έναρξη του σεμιναρίου, και που σε έκανε στο δεύτερο ποτήρι να φλασάρεις επί τόπου.
Μέσα σε λίγα λεπτά, είχα ολοκληρώσει την εργασία μου, η οποία ήταν κάθετα χτισμένη στα θεμέλια του βιβλίου του Καθηγητή. Βιδωμένη και τεκμηριωμένη, ακόμη και ως προς την στίξη και την παραγραφοποίησή της. Μπετόν αρμέ. Δεν την διάβασα καν.
Βγήκα τρέχοντας από την αίθουσα κραδαίνοντάς την, κάνοντας κι εγώ το έδρανό μου να κλείσει με πάταγο, κι άρχισα να ψάχνω για την θυρίδα που είχε ορισθεί ως θυρίδα του Καθηγητή. Διασχίζοντας τους διαδρόμους του Πανεπιστημίου, έβλεπα απ’ τα παράθυρα παράλληλα με μένα, μερικά απ’ τα πουλιά, γιατί τα παράθυρα ήταν ψηλά, ενώ τα περισσότερα πουλιά πετούσαν χαμηλά.
Οι διοικητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος, όπως πληροφορήθηκα από μια ταμπέλα στο τέλος του διαδρόμου όπου βρισκόμουν, στεγάζονταν στο απέναντι κτήριο. Υπήρχε και μια μακέτα με κατόψεις και βέλη για πληρέστερη καθοδήγηση. Με το που βγήκα στο προαύλιο, που ουσιαστικά ήταν ένας τυφλός χώρος ανάμεσα στα κτήρια του Πανεπιστημίου, τα πουλιά όρμησαν πάνω μου, λες και δεν κρατούσα χαρτιά αλλά σουσαμένια κουλούρια. Φτεροκοπούσαν τόσο έντονα που άρχισαν να μαδάνε κι έμοιαζε να χιονίζει τεχνητά σε παράσταση κλασικού μπαλέτου ή σαν κάποιος από ψηλά να τίναζε μαχαιρωμένα μαξιλάρια.
Κάποια στιγμή, λίγο πριν φτάσω κοντανασαίνοντας στο κτήριο όπου θα παρέδιδα την εργασία και στη συνέχεια θα αναχωρούσα με το πλοίο το οποίο είχε αγκυροβολήσει και περίμενε κατ’ εξαίρεση τους σεμιναριακούς για να μας γυρίσει στην πόλη, ένα από τα πουλιά κουτσούλισε πάνω στα έγγραφά μου. Μια στάμπα φαιοπράσινη κάλυψε την κεντρικότερη παράγραφο της πρώτης σελίδας, στο σημείο ακριβώς όπου βρισκόταν η ραχοκοκαλιά αλλά και η κορύφωση της ιδέας μου. Δεν είχα χρόνο, δεν είχα χαρτομάντιλα, δεν είχα καμία τύχη: θα υπέβαλλα την εργασία μου χεσμένη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, οι γραμματείς του Πανεπιστημίου την παρέλαβαν εμφανώς αηδιασμένοι και με διαβεβαίωσαν με χείλη γκρεμούς ότι θα την προωθούσαν στον Καθηγητή. Θυρίδα δεν υπήρχε.
Ήμουν η τελευταία που μπήκε στο πλοίο της επιστροφής. Μέσ’ από τις σταγόνες του παραθύρου της θέσης μου είδα τα στρογγυλά θραύσματα του νησιού αλλά και μερικά πούπουλα ακόμη να αιωρούνται και να καταλήγουν στην επιφάνεια της θάλασσας, σαν κάτι μόλις να τελείωνε.
Λίγες μέρες μετά, δέχτηκα στο διαμέρισμά μου μια συστημένη επιστολή. Αποστολέας ήταν ο Καθηγητής. Έσκισα το φάκελο με μανία και προσοχή κι άρχισα να διαβάζω.
«Το κείμενό σου θα μπορούσε να είναι αραιογραμμένο πάνω στο σινικό τείχος. Αλλιώς, θα έπρεπε να διανέμεται υπό μορφή φέιγ βολάν σε όλα τα χωριά του κόσμου. Υπερβαίνει σε λειτουργικότητα κάθε φαντασία και ταυτόχρονα είναι τόσο απέριττο όσο μια ευθεία γραμμή και αρραγές σαν ένα κομμάτι τζάμι. Λυπάμαι μόνον που δεν μπορώ να το λάβω υπ’ όψη μου, διότι η εμφάνισή του είναι επιεικώς αηδιαστική και άκρως προσβλητική. Με εκτίμηση, Κ..»
Έδωσα όλα τα χρήματα που είχα για να περάσω το μήνα, για να πάρω θαλάσσιο ταξί για το νησί. Μοιράστηκα ευτυχώς το ποσόν με κάποιους που είχαν ταξιδέψει στην πόλη για να νοσηλευτούν και τώρα επέστρεφαν σε αυτό.            
Με το που έφτασα, έδιωξα τα πουλιά με την παλάμη μου σα να’ ταν μύγες, βρέθηκα μ’ ένα σάλτο στο Πανεπιστήμιο και απαίτησα από τις γραμματείς με τα στόματα χαράδρες να συναντήσω το Διευθυντή για να του εξηγήσω τι ακριβώς είχε συμβεί.
Εκείνος με υποδέχτηκε σαν να με περίμενε. Αλλά δεν ήταν μόνος: στο κάθισμα απέναντι ακριβώς απ’ το γραφείο του, καθόταν ένας άντρας με την πλάτη γυρισμένη σε μένα. Μπήκα απευθείας στο θέμα. Άρχισα να διαμαρτύρομαι για τις συνθήκες στο νησί και για το ζήτημα με τα πουλιά εξ αιτίας των οποίων είχε απορριφθεί η εργασία μου και ζήτησα να δώσει ο ίδιος εξηγήσεις στον Καθηγητή για την ιδιορρυθμία του τόπου και την ανεξέλεγκτη κατάσταση με τα πουλιά.
Αφού είπα και είπα και είπα, κάποια στιγμή, ο άντρας που τόση ώρα είχε την πλάτη γυρισμένη, έστρεψε το πρόσωπό του προς εμένα: ήταν ο Καθηγητής. Ήταν ο Καθηγητής, σκασμένος στα γέλια. Έκανε διαρκώς επικύψεις και χτυπούσε τα γόνατά του με τις καμπούρες των χεριών του, τόσο γελούσε.
«Μα, δεσποινίς μου», κατάφερε στο τέλος να αρθρώσει, «δεν καταλάβατε ότι αστειευόμουν; Μα, καθόλου χιούμορ τελοσπάντων; Τι τρέχει με σας τους νέους;»
«Δηλαδή…»…, μόλις που ακούστηκα.
«Δηλαδή, ακριβώς αυτό: δεν θα απέρριπτα ποτέ ένα τέτοιο κείμενο για μια κουτσουλιά!»
«Το λέτε αλήθεια;»
«Μα φυσικά! Το έχω ήδη δώσει για δημοσίευση!»
«Δεν σοβαρολογείτε…»…
«Άντε πάλι…μα και βέβαια σοβαρολογώ! Το έχω ήδη δώσει για δημοσίευση στην τοπική εφημερίδα του νησιού!».   
«Ήσσονος σημασίας θα μου πείτε», πρόσθεσε ο Διευθυντής, «αλλά επειδή η εφημερίδα είναι ακόμη υπό διαμόρφωση και η κατανομή της ύλης δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, η εργασία σας θα μπει κάτω από τη στήλη με τα δρομολόγια των πλοίων»..

 



Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Ελεάζαρ

Ο Λάζαρος
είχε μια γκαλερί.
Ένας θεός ξέρει πώς την συντηρούσε
αφού τα έσοδα που του απέφερε ήταν ελάχιστα.
Ποιος να αγόραζε σεντέφια κι έβενους.
(Οι άνθρωποι τρέφονταν στην καλύτερη περίπτωση με ψάρια απ’ το πηχτό ποτάμι κι αυτό, μόνον όταν οι κατάρες κι οι κάθε είδους αρρώστιες δεν τα έκαναν να ψοφούν ή να απομακρύνονται για καιρό. Και όλα τούτα βέβαια, όταν δεν στέρευε το ποτάμι από την ξηρασία).
Έτσι ο Λάζαρος αναγκαζόταν
μεταξύ άλλων
να μπαίνει λαθραία τα βράδια στο σπίτι ενός πλουσίου της Βηθανίας, να κρύβεται κάτω απ’ το μακρύ τραπέζι του και να δειπνά με τα ψίχουλα που τύχαινε να πέσουν δίπλα στα κουρασμένα δάχτυλά του.
Ο πλούσιος, που αγνοούσε την ύπαρξή του και την ιδιόρρυθμη συγκατοίκησή τους,
καλούσε συχνά τους φίλους του σε δείπνο που κατέληγε σε γλέντι, με τον ίδιον και όλους τους καλεσμένους, καθήμενους γύρω απ’ το παραπάνω τραπέζι, να πατάνε του Λάζαρου τα μαλλιά και να ζουλάνε την κοιλιά του με τα θρεμμένα πόδια τους. (Αυτό μάλιστα το τελευταίο, τους έκανε να νιώθουν τόσο αναπαυτικά, που το γλέντι κρατούσε ως το πρωί).
Κάποτε
από την εξάντληση
το σώμα του Λάζαρου έγινε σα σάκος με άσπρη άμμο.
Κοιμόταν κάτω απ’ το τραπέζι και δεν είχε ξυπνημό.
Δυο γλέντια έγιναν κατά τη διάρκεια του μεγάλου ύπνου κι εκείνος παρέμενε ασάλευτο ποδόμακτρο των καλεσμένων, στο πάτωμα που κατέληγαν τα γέλια τους.
Για πρώτη φορά η γκαλερί έμεινε κλειστή 3 ολόκληρες μέρες.
Την τέταρτη,
πάνω σε μια καθαριότητα,
ανακαλύφθηκε κουλουριασμένος κάτω απ’ την τάβλα.
Κανείς δεν του πήρε το σφυγμό. Θεωρήθηκε στα γρήγορα νεκρός.   
Ανάσες πάνω απ’ το κεφάλι του και μπερδεμένες φωνές,
του πλούσιου και των γειτονισσών κυρίως,
άρχισαν να πέφτουν από μια χοάνη σα σκουπίδια στο άδειο του μυαλό.
Ήθελε μόνον να μείνει μέσα στο τούνελ του ύπνου.
Όταν πια όμως ακούστηκε και μια τελευταία φωνή
εκείνη που του’ λεγε συλλαβιστά κάτι σε έγκλιση προστακτική,
τότε το χώνεψε για τα καλά:
Δεν θα τον άφηναν ήσυχο.
Πήρε λοιπόν τα κόκαλά του
και βγήκε τρίζοντας στο φως.  

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

e la nave va ή αλλιώς το πλοίο έδεσε

το ΝΑΤ πάει κατά διαόλου
ο κόσμος μυρίζει σκόρδο όταν επαναλαμβάνει την παροιμία "άλλαξε ο μανωλιός"
τα ένθετα του κυριακάτικου τύπου σκότωσαν τον έρωτα
το Bolero είναι ο βαρύτερος καρσιλαμάς που γράφτηκε ποτέ
πάνω σ' ένα ανοιχτό δισέλιδο για τον κορτάσαρ ακροβατεί ένα φουρνάκι που δεν λειτουργεί πια

(κρατάς
το μασάτι στο αριστερό
στο δεξί το μαχαίρι, ακονίζεις
προς τα έξω, άγρια
μετά προς τα μέσα
και στο τέλος γλυκαίνεις της κόψης τις άκρες)

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Μαλανδρίνο

65 χρονώ υπό
επιτήρηση
λιόβεργες καίω
με το ίδιο τούτο χέρι
που ένα άλλο απ' τη μασχάλη
έκοψε
με ξίφος σαμουράι.
Ο δεσμοφύλακας,
... που έχω τα τριπλά του χρόνια,
αρχίζει να χάνει την υπομονή του.
Δεν ξέρει πως η ελιά αργεί
να γίνει στάχτη
πόσο μάλλον, πως ο μονόχειρας βασανιστής
της κόρης μου
δεν ήτανε κακό παιδί.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Οι μίσθαρνοι

Αφού πούλησαν τη μάνα τους
στο παζάρι
κι- ως μεταχειρισμένη-
δεν έπιασε πολλά λεφτά
ήρθαν εκνευρισμένοι ενώ κοιμόμουν
να
ροκανίσουν το αυτί μου.
Στην αρχή γαργαλιόμουν
... μα έπειτα άρχισε να με καίει
το πτερύγιό μου άρχισε να καίει
όσο μειωνόταν η σπείρα του από τραγανό.
Και καθώς ποτέ μου δεν φωνάζω
μόνο προσβάλλω απαίσια
εκείνοι εξοργίστηκαν και προχώρησαν στα μάτια και
στα μάγουλα
κι εγώ μπουκωμένη αίμα
τους είπα πως
πέθαναν οι μεσάζοντες
και πως καριέρα άλλη θα’ πρεπε να ζητήσουν
ίσως σε μια χωματερή, μα κάτω από το χώμα
κι εκείνοι πια λυσσώντας
τη γλώσσα με τα δόντια μού ξερίζωσαν
κι εγώ βήχοντας και πνιγμένη
τέντωσα τα μεσαία δάχτυλα και των δυονών χεριών μου
κι εκείνοι μου τα έφαγαν
βαθιά προσβεβλημένοι
καθώς ποτέ μου δεν φωνάζω
μόνο προσβάλλω απαίσια.
See More

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

marital status

περνώντας απ' το γιαπί
αγνόησε τα πολωνικά πειράγματα και
πήρε
που της πρόσφεραν
το μπουκέτο σιδερόβεργες
έμενε τώρα να τοποθετήσει το χαρτί
υγείας
πίσω της ακριβώς
να στερεώσει την άκρη του στα μαλλιά της
μ' ένα μεταλλικό τσιμπιδάκι
κι έπειτα ν' αρχίσει να περπατά
και άρχισε να περπατά
με το πέπλο της να ξετυλίγεται
ξιπόλυτη πάνω στη διαχωριστική
κι έφτασε στην Πύλη του Αδριανού και το πέπλο ήταν ακόμα
στη Συγγρού
κι έφτασε στον Άγνωστο Στρατιώτη και το πέπλο ήταν ακόμα
στην Πύλη του Αδριανού
κι έφτασε στο Οφθαλμιατρείο και το πέπλο ήταν ακόμα
στον Άγνωστο Στρατιώτη
έχοντας για ουρά το χαρτονένιο κύλινδρο
πάνω στα ρύζια πατώντας απ' τις σπασμένες τράπεζες

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012


ΠΕΡΑΜΑ

όταν
Σ’ ένα διάλειμμα της ηχογράφησης μου’ πες
πως κουνιούνται και πρήζονται τα μέσα σου για μένα
έκανες ν’ αγγίξεις το πουλόβερ μου
το μωρό σου τσίριξε σα σαΐτα από τον κάτω όροφο
κι εγώ προφασίστηκα πως έπρεπε να ταΐσω το μυρμήγκι μου
Καβαλήσαμε τότε τη μηχανή σου και πλέαμε αλήτικα απέναντι απ’ τη σαλαμίνα
Είκοσι τυραννικά ολόκληρα λεπτά μέχρι να φτάσουμε στον ηλεκτρικό
Μύριζα τη δυσωδία από το ψέμα των μαλλιών σου

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012


Nedrigailivska

Όταν άρχισε να βρέχει βότκα
H ομπρέλα έσπασε
Δεν μπήκα κάτω απ’
Το υπόστεγο
Έβγαλα τα ρούχα, το δέρμα
Τα μαλλιά μου
Και ξαπλώθηκα
Από πάνω έσταζαν τα συρματοπλέγματα
Και θυμήθηκα
Ένα μήνα πριν, δεν ήμουν εγώ
Οπότε άφησα την άσφαλτο να μπαίνει στο κρέας μου
Και αποφάσισα να κάνω γουνεμπόριο στη Σιβηρία
Θα’ φευγα μια γούνα φορώντας κι άλλη μια μες στη βαλίτσα
Μπίζνα άλλη για μένα δεν υπήρχε καμία

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012


Grinder

Δεν είναι δυνατόν…πώς θα μιλήσω τώρα…πώς θα τους το πω; Πώς θα τους πω ότι θέλω επειγόντως λίγο νερό; Πώς θα το πω…Στη γλώσσα μου έχουν φυτρώσει τρίχες, έχω ένα ολόκληρο πουλόβερ στη γλώσσα μου…πώς θα πω στους συγκατοίκους μου ότι χρειάζομαι νερό; Ότι μάλλιασε η γλώσσα μου και μου γαργαλά τον ουρανίσκο; Μήπως αν έβγαζα κραυγές; Μήπως αν δοκίμαζα με κραυγές και νοήματα; Αυτό είναι! Φωνάζω και δείχνω το μάλλινο στόμα μου! Δεν μ’ ακούει κανείς. Ούτε με βλέπει. Γελάνε και κυλιούνται, κάτω, στο πάτωμα από αμίαντο. Γελάνε και κάτι δείχνουν στο κενό, κρατάνε την κοιλιά τους απ’ τα γέλια. Θέλω να τους σκοτώσω. Αν άναβα το φως; Αν άναβα το φως και βλέπανε τις τρίχες στη γλώσσα μου; Μήπως τότε σταματούσαν; Μήπως καταλάβαιναν ότι δεν μπορώ να μιλήσω κι ότι χρειάζομαι νερό; Αυτό θα κάνω, ναι! Λίγο ακόμη και τον φτάνω το διακόπτη. Αρχίζω πάλι να φωνάζω, αυτή τη φορά με φως αλλά χωρίς καμία διαφορά, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Φωνάζω μέσα από μία μπουρού. Χωρίς σύμφωνα. Με την ελληνική μου γλώσσα γεμάτη τρίχες. Οι υπόλοιποι σταθερά στα πατώματα, να κρώζουν, να γελούν, να κλαίνε από τα γέλια. Βγάζω έξω τη γλώσσα μου να δουν την τριχοφυΐα της, το μαύρο της δάσος. Τίποτα. Κάποια στιγμή, το πρόσεξε κάποιος, κι έπαψε να δείχνει το κενό. Άρχισε να δείχνει εμένα. Ανακουφίστηκα. Πού να φανταστώ ότι με έδειχνε κι ότι δευτερόλεπτα μόλις μετά, θα γελούσε, αυτή τη φορά με το δικό μου θέαμα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι το τόσο αστείο είχε μια γλώσσα με μαλλιά. Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει μα έχει μαλλιά. Μπορεί αυτό να σκέφτηκε και να γελούσε. Σε λίγο μαζεύτηκαν όλοι από πάνω μου σα χειρουργοί κι εγώ τους έδειχνα τη γλώσσα μου που εκτός από μαλλιαρή είχε μακρύνει κι η άκρη της είχε γίνει ποντερή. Μα εκείνοι μιλούσαν άλλη γλώσσα και ξαφνικά σοβάρεψαν. Κάποιος σύρθηκε ως την κουζίνα και επιτέλους μου έφερε νερό. Η γλώσσα μου ήταν αρκετά μακριά ώστε να μπορέσω να πιω άνετα μέσ’ απ’ τον κόκκινο κουβά του σφουγγαρίσματος. Έπινα, έπινα το σάπιο νερό, έπινα και δεν ξεδιψούσα. Αλλά η γλώσσα μου…η γλώσσα μου. Η εικόνα του Άη- Γιώργη στην κρεβατοκάμαρα της γιαγιάς μου. Ο Άη- Γιώργης χώνει το δόρυ του στη μακριά γλώσσα του θεριού.  Αν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, ίσως πήγαινα σε λίγο στον καθρέφτη του μπάνιου, να τη βγάλω έξω και να δω. Αλλά ποιος πήγαινε ως το μπάνιο; Μόνο αν ήμουν το θεριό. Τα γέλια ακούγονταν και πάλι, πιο δυνατά, πιο μπερδεμένα, σαν μέσα από κλιμακοστάσιο. Δεν ήξερα τι να κάνω το κεφάλι μου. Αποφάσισα να δοκιμάσω να πάω στο μπάνιο. Έπεσα λοιπόν στα τέσσερα κι άρχισα: ίδιο χέρι, ίδιο πόδι. Σαν καμήλα. Οι συγκάτοικοι κάποια στιγμή με πήραν είδηση κι άρχισαν να χτυπούν με τις ανοιχτές παλάμες τους τον αμίαντο απ’ τα γέλια. Δεν καταλάβαινα προς τι. Εκείνοι δεν πήγαιναν ποτέ στο μπάνιο; Φοβήθηκα ότι κάποιος μπορεί να καθόταν στη θέση ανάμεσα στις καμπούρες μου. Με ακολούθησε η συγκάτοικος που ήταν η λιγότερο τρομακτική. Έξω από την κλειστή πόρτα του μπάνιου, τεντωνόμουν να φτάσω το πόμολο. Σαν χιμπατζής αυτή τη φορά, πρώτα με το ένα, μετά με το άλλο χέρι, προσπαθούσα να κρεμαστώ απ’ το κρύο μέταλλο λες κι ήτανε μπανάνα. Μάταια. Η λιγότερο τρομακτική συγκάτοικος στεκόταν ώρα πολλή από πάνω μου. Ίσως να πέρασαν δύο ή τρείς ώρες προτού κάνει την κίνηση. Στο τέλος άνοιξε την πόρτα, μα δεν άναψε το φως. Ούρλιαζα ότι ήθελα το φως. Στη γλώσσα μου. Ήμουν η μητέρα μου. Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ήμουν η μητέρα μου. Με το γωνιώδες πρόσωπό της, τα λεπτά της φρύδια, τα πυκνά μαλλιά. Την ελαφρά ειρωνεία στην ένωση των χειλιών. Κρατούσα το νιπτήρα κι ήμουν ακόμη η μάνα μου. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Η μάνα μου. Το περίγραμμα του καθρέφτη ήταν η κορνίζα της φωτογραφίας της που ήμουν εγώ. Άρχισα να τρέμω. Το θέμα δεν ήταν η γλώσσα μου ήταν η μάνα μου. Θέλησα να κάνω την ανάγκη μου. Κατεπειγόντως έπρεπε να κάνω την ανάγκη μου. Πώς θα μπορούσα ν’ αντέξω μέχρι να κατεβάσω το παντελόνι μου; Παίρνει συνήθως βδομάδες ίσως και μήνες να ξεκουμπωθεί ένα παντελόνι. Κι έπειτα; Έπειτα, πώς θα καθόμουν στη λεκάνη της τουαλέτας χωρίς ζώνη ασφαλείας; Αυτή η σβούρα μέσα μου φταίει για όλα, αυτή η σβούρα, που περιστρέφεται με το δικό της ιλιγγιώδη ρυθμό. Έξω όλα σέρνονται και αργούν και μέσα μου δεν προλαβαίνω. Αρχίζω να χτυπάω την πεντάνοιχτη πόρτα της τουαλέτας. Δεν ανοίγει κανείς. Κανείς δεν θα μου κατεβάσει το παντελόνι ούτε θα μου φορέσει τη ζώνη ασφαλείας. Όλα μόνη μου. Πάντα μόνη μου. Είμαι η μάνα μου και είμαι μόνη μου και κατουριέμαι και δεν έχω κανέναν να μου κατεβάσει το παντελόνι ή να μου φορέσει τη ζώνη ασφαλείας. Σηκώνω το πεσμένο κεφάλι της μάνας μου και τους βλέπω, όλους συνωστισμένους σα ρέγγες στην είσοδο της τουαλέτας να με κοιτούν. Κι αδράχνω την ευκαιρία: “Guuuuuyyyyyyyyyyzzzzzzz! The seat belt! The seat belt, please! Will you fasten my seat belt?” Κι ήταν τότε που άκουσα ανάμεσα στα γέλια του κλιμακοστασίου και τη δευτέρα παρουσία που γινόταν μέσα μου… Ήταν τότε που άκουσα τον πιο έμπειρο από τους συγκατοίκους, τον μεξικανό, να λέει κουνώντας πάνω κάτω το κίτρινο πρόσωπό του: «the grinder…»…Αυτό ήταν. Ο μύλος. Ο μύλος δεν είχε αλέσει καλά το χόρτο κι έτσι το φάγαμε αμάσητο.      

   

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

INSOMNIA ή βρίθω ή ιεροτελεστία της άνοιξης


Αυτό το τσιγάρο που καπνίζω
Όρθια
τούτη τη στιγμή μπροστά στη μπαλκονόπορτα αντί να κοιμάμαι
τη θλίψη που νιώθω για τις δαχτυλιές στο τζάμι που με κρατάει μέσα
την παρακολούθηση της περιφέρειας του κύκλου από υδρατμό που σχηματίζεται πάνω του σε κάθε μου εκπνοή (ανάλογα με τη διάρκεια της εκπνοής, ο κύκλος μικραίνει ή μεγαλώνει)
τη νοερή μου κυκλοφορία με μαύρο μίνι στις λεωφόρους της χώρας που αποτελεί την κολομβιανή ανακάλυψη
το σπασμό που νιώθω στιγμιαία στο υπογάστριό μου τ’ απογεύματα, εκείνο το τακ, σταυρώνω τα πόδια για να τον νιώσω καλύτερα κι εκείνος επαναλαμβάνεται πιο δυνατός, τακ τακ
το ότι φλέγομαι αντί να είμαι τυπική
το ότι χώνω τα δάχτυλα στο χώμα των λουλουδιών μου για να πω στις ρίζες τους την καλημέρα
το ότι θυμάμαι πολύ καλά κείνο το βράδυ που μπούκαρα στο μπαρ με τις βαλίτσες
τις κεραίες των τηλεοράσεων που μου κάνουν για ουράνιες τρίαινες
το ότι δεν θέλω προβολείς στο στήθος μου γιατί τα δυο μου στήθη είναι αυτά οι προβολείς
εκείνο το πορτοκάλι που κόβω εγκάρσια και είναι ο λόγος μου
τις φερράρι του κόσμου που καθρεφτίζονται στα νύχια μου
το ότι δεν έχω επιφυλάξεις οι επιφυλάξεις μου είμαι
τη μαεστρία μου στις ασφαλιστικές εταιρείες και στα επιμελητήρια
(στους διαδρόμους θα με δεις να χορεύω ότσο παρά ατράς- ότσο παρ’ αντελάντε)
το τρέμουλο και το σφυγμό μου πριν γεννηθεί μια ακόμα σκέψη για τον Στραβίνσκυ
τα δάχτυλά μου που μετράω ξανά και ξανά στο σάμπγουεη μέχρι να’ ρθει το μετρό (εκείνος ο τύπος στην απέναντι αποβάθρα με κοιτάει και μου δείχνει συνέχεια εκεί)
το ότι η δύναμή μου ισούται με το τετράγωνο της δύναμης του αέρα που θα’ κανε σκόνη ένα διαμάντι
όλα αυτά
δεν τα οφείλω
σε σένα
μα στον άντρα που κοιμάται ήσυχα με μια σταγόνα σάλιο να' χει κυλήσει και να τον γλείφει κι εγώ σηκώνομαι από δίπλα του και
Όρθια
τούτη τη στιγμή μπροστά στη μπαλκονόπορτα αντί να κοιμάμαι
καπνίζω ένα τσιγάρο



Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Die Verwandlung
Έστω ότι για κάποιον αδιανόητο λόγο προσπαθήσεις να μεταμορφώσεις κάποιον σε κάτι
που δεν είναι:
εκείνος,
με την πρώτη ευκαιρία,
θα επαναστατήσει, θα διαφύγει και θα ολισθήσει σ' αυτό που ήταν και μάλιστα στην τραχύτερή του μορφή: και, μεταξύ μας,
καλά θα κάνει.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Ο ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΣ

Ανεβαίνοντας την Ακαδημίας, τον είδα να λιάζεται όπως πάντα στη μαρμάρινη πολυθρόνα του, σταυροπόδι, και με την τσάκιση του παντελονιού του στην εντέλεια. Για τέντες είχε τα δυο του φρύδια. Το κεφάλι του ελαφρά κεκλιμένο αριστερά κι η ανάστροφη της παλάμης του να κρατάει κόντρα στον κρόταφό του. Άντρας παλιάς κοπής.
Μόλις έφτασα ακριβώς μπροστά του, μου λέει με το σίγμα του που είναι λες και περνά μέσ’ από πευκοβελόνες: «Έχεις ένα τσιγάρο;», «κάνω καπνό», του λέω, «δεν πειράζει», απάντησε, «αρκεί να μου στρίψεις».
Του έφτιαξα ένα τσιγάρο όπως του αρέσει, με μπόλικο καπνό και όχι πολύ σφιχτό, να το ευχαριστηθεί, και του το έβαλα στο στόμα. Το άναψα, κι εκείνος ρούφηξε τη νικοτίνη ως τα νύχια.
«Βαριέμαι», μου λέει, εκπνέοντας δυο στήλες πυκνό καπνό απ’ τα ρουθούνια. «Δε φαντάζεσαι πόσο βαριέμαι. Πού’ ν’ οι εποχές που κάναμε τις πλάκες μας; Μετά τις λόγιες συναντήσεις με τους άλλους, τότε άρχιζε το πανηγύρι. Βόλτες με τα πόδια απ’ τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη, ξεφωνίζοντας και κλωτσώντας ένα τενεκεδάκι. Δεν ξέρω, σου ακούγομαι γραφικός;»
«Όχι ρε παιδί μου», του λέω, «τι γραφικός».
«Καλημέρα, Κωστή!», μας διέκοψε ένας περαστικός. Ο Κωστής ένευσε ράθυμα με το κεφάλι του.
«Κάθομαι τώρα εδώ, μετράω τις τρίχες απ’ το μούσι μου και προσθέτω τα νούμερα απ’ τις πινακίδες των αυτοκινήτων: αν το άθροισμα βγει ζυγό, σκούρα τα πράματα. Αν βγει μονό, θα πάει καλά η μέρα. Μια προκατάληψη είναι που την έχω από παιδί. Εσύ, πώς τα πας; Κάνα νέο;»
«Τίποτα, μια απ’ τα ίδια κι εγώ. Περιμένω να μου πέσουν τα δόντια!»
Γελάσαμε κι οι δύο βροντερά. Τον πλησίασα, του’ κανα ένα φιλικό κεφαλοκλίδωμα και τον χτύπησα μετά στην πλάτη.
«Άστ’ αυτά και λέγε», συνέχισε, «κανένα νέο; Καμιά γυναίκα εννοώ, δε με νοιάζει η οδοντοστοιχία σου!»
«Ποια γυναίκα βρε Κωστή, ποια γυναίκα. Το ρεύμα φοβάμαι μη μου κόψουν. Δεν έχω μυαλό για έρωτες».
«Δεν σε καταλαβαίνω ώρες ώρες, τι να το κάνεις το ρεύμα; Υπάρχει ο ήλιος, το φεγγάρι, το κερί- ένα κι ένα για τον έρωτα», είπε και στο στόμα του διαγράφηκε ένα τριγωνικό χαμόγελο.
«Λες;»
«Βρε άκου που σου λέω! Στρίψε μου άλλο ένα!» είπε κι έκανε μια κίνηση προς τα εμπρός με το σαγόνι που αν την προέκτεινες, θα κατέληγε ακριβώς στο σακουλάκι με το ταμπάκο.
Έστριψα και το δεύτερο, του το’ βαλα στο στόμα, το άναψα.
«Δε μου λες», του λέω, «να σου σβήσω αυτό το ‘ΒΙΑ ΟΧΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ’»;
«Να’ τ’ αφήσεις εκεί που είναι! Εκτός του ότι θυμίζει δελφικό χρησμό, σπάσει και την ασπρίλα!»
«Όπως νομίζεις, Κωστή!..όπως νομίζεις», είπα, τον χαιρέτησα και κίνησα να φύγω.
Εκείνος δε μου απάντησε. Αντ’ αυτού άρχισε να μουρμουρίζει, ανάμεσα στις κόρνες των αυτοκινήτων και στις σειρήνες των ασθενοφόρων, με το σίγμα του που είναι λες και περνά μέσ’ από πευκοβελόνες:   
«Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι. Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας, πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας, εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης, του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης και με το καριοφίλι μου και με…»…

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012


autrefois aquit/ double jeopardy/ ne bis in idem

Έξωση ενοίκου άνω ορόφου.
Άστεγος ξαπλώνει κάθετα στο ύψος της Μαντζάρου 6.

Οι δικαστικοί επιμελητές του λένε να κάνει γρήγορα.
Ο άστεγος τεντώνει κι άλλο τα πόδια του και κλείνει το πέρασμα.

Οι δικαστικοί επιμελητές ελέγχουν τους κρίκους απ’ τις πετσέτες να βεβαιωθούν ότι είναι στη θέση τους.
Ο άστεγος ψάχνει με τα νύχια στο ταγάρι του τα υπολείμματα ενός προχθεσινού σάντουϊτς.

Οι δικαστικοί επιμελητές φωνάζουν στο σκύλο του ενοίκου που κοιτάει τις κούτες του αφεντικού του και κλαίει.
Ο άστεγος τρώει τα υπολείμματα μέσ’ απ’ το ταγάρι.

Ο ένοικος φεύγει με τις λιγοστές κούτες, το σκύλο και τους δικαστικούς επιμελητές in custody.
Ο άστεγος στηρίζεται με τις εμπριμέ παλάμες του στο πλακόστρωτο.

Ο ένοικος φεύγοντας ξεχνάει ότι του’ χε πέσει μια κουβέρτα στην κουπαστή του μπαλκονιού μου.
Ο άστεγος μουρμουράει.

Του’ χε πέσει μια μέρα στο τίναγμα.
Ο άστεγος ενοχλεί τις κυρίες που ανεβαίνουν προς τη Σκουφά και αναγκάζονται με τα τακούνια τους να τον παρακάμψουν.

Βγαίνω στο μπαλκόνι και τη μαζεύω. Τη δίνω στον άστεγο. Ο άστεγος με αποπαίρνει. Πού τη βρήκα αυτή; Αυτή είναι η κουβέρτα του. Μη νομίζω ότι του έκανα και χάρη.


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012


Με αφορμή κι αιτία τα χιόνια στο Κιλιμάντζαρο

Σαν ένας άντρας
-με ποιόν κυνηγού-
καταλήξει με γυναίκα πιότερο κυνηγό απ’ τον ίδιο
θα κάνει καλά να πιάσει μι’ αναπαυτική αιώρα στην Αφρική
κι εκεί όπως θα’ ναι
-πλαδαρός και ιδρωμένος-
ν’ ακούει τις ύαινες της θύμησης
της γυναίκας της ζωής του που δεν ήξερε από φυσίγγια
και που νόμιζε ότι της είχε πάρει τον αέρα.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΙΑ

Ήμουν έγκυος στο μήνα μου.
Κοίταξα τα μπούτια μου έν’ απόγευμα κι ήταν σαν πυλώνες της ΔΕΗ που στέκονται όρθιοι μες στη μπόρα.
Γέννησα μόνη μου στο δωμάτιο με τα πλακάκια.
Το αποκύημα ήταν ένα μικρό γαλάζιο σπουργίτι με πλαστικά μάτια. Οβάλ.
Πίεσα το στήθος μου να το ταΐσω κι εκείνο έβγαλε φρουτόκρεμα. Το μωρό μου τη ρούφηξε με τα τρίγωνα χειλάκια του κι αποκοιμήθηκε δίπλα μου. Έφερα κοντά ένα ρεσώ να το ζεσταίνει.
Με πήρε κι εμένα ο ύπνος μαζί του, χωρίς όνειρα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το φτέρωμά του ήδη καιγόταν από ώρα. Το άρπαξα και το’ βαλα μάταια κάτω απ’ τη βρύση. Τα πλαστικά του μάτια με κοιτούσαν μες στα μάτια.
Ανακουφίστηκα.
Δεν θα χρειαζόταν να πω σε κανέναν πως είχα γεννήσει ένα γαλάζιο πουλί με πλαστικά μάτια. Ούτε να δικαιολογηθώ στον άντρα που είχα πριν από ένα μήνα κοιμηθεί μαζί και απορούσε πώς το παιδί στην κοιλιά μου ήταν δικό του.    

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012


You’ re the one that my twisted heart adores

Πιστεύω στην αδιαφιλονίκητη διαιώνιση
της αδικίας
Πιστεύω
στην εκ των πραγμάτων σοβαρή έλλειψη κάθε ελπίδας
Πιστεύω στο κίνημα της πατάτας όσο και στον Άγιο
Βασίλη
Πιστεύω στην αγωνία των πυροσβεστών όταν ανασύρουν ένα νεκρό
απ’ το Μόρνο
Πιστεύω σε κάθε τι ακράδαντο αρκεί να μην το κραδαίνει
κάποιος
Πιστεύω στον ελεύθερο χρόνο που διατέθηκε για να φτιαχτεί
ένα κολλάζ
Πιστεύω ότι το σκάψιμο είναι λιγότερο ανιαρό από’ να
πάρτυ
Πιστεύω ότι δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε πιο τρομακτικό από τη Γερανίου το βράδυ
Πιστεύω στην έλλειψη λύσεων κι ο λόγος ότι προβλήματα δεν υπάρχουν
Πιστεύω συνακόλουθα στην κατάργηση όλων των γεωμετρικών σχημάτων πλην του
κύκλου
Πιστεύω στη ντροπή ενός απέταλου λουλουδιού που όλοι κοιτάμε στο σημείο
της αναπαραγωγής του
Πιστεύω ότι ο μάρτης δεν θα γδάρει γιατί θα τον γδάρω πρώτη εγώ
Και πιστεύω
Το πιστεύω ότι κατά λάθος άφησες το γκάζι ανοιχτό ενώ κοιμόμουν χθες κι
έφυγες



Κανόνες Τονισμού
μακρόν προ μακρού, οξύνεται/ μακρόν προ βραχέος, περισπάται
 
εγώ τι κάνω

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

the end of a love affair

Ήταν κακόκεφος κι ένιωθε ένα δυσοίωνο βάρος δεξιά, κάτω από τα πλευρά του. Τα αγγεία στη μύτη του μπερδεύονταν σαν κόκκινο πλεκτό παρατημένο. Η ιστορία αρχίζει εκείνο το βράδυ του Μάη που έστριβε σκυφτός ένα τσιγάρο, στο πεζοδρόμιο ενός μπαρ. Ο φίλος του τού μιλούσε για την κοινωνική εξέγερση, μα εκείνος τα είχε αφήσει πίσω του όλα αυτά. Παρήγγειλε ένα ουίσκυ να ραντίσει κι άλλο την πληγή του, εκεί δεξιά. Είχε χάσει τη γεύση του απ’ το πολύ αλκοόλ και πια το έπινε μόνο για την επίδραση. Για να βαρύνουν τα μάτια, για να λυθούν οι τένοντες, για να μην ακούει την ίδια του τη φωνή μες στη σπηλιά του.  
Κάπου στο έκτο ή έβδομο ποτό, ο φίλος του που είχε αφήσει κατά μέρος τα περί ταξικής πάλης, τού σύστησε να το ρίξει στο τσάι. Ήξερε μια πολύ αρωματική, ντελικάτη και βαριά συγχρόνως ποικιλία. Την επομένη, θα του έφερνε να δοκιμάσει. Έπρεπε να περιορίσει το οινόπνευμα. Εκείνος ούτε που απάντησε.
Όταν όμως την επαύριο, στο ίδιο μέρος, αντίκρισε το ξύλινο κουτάκι που κράδαινε ο φίλος του, για πρώτη φορά τέντωσε το λαιμό του κι ανακάθισε. «Για φέρ’ το εδώ αυτό», είπε με τη γνωστή, δήθεν αδιάφορη αντρική φωνή. Έβγαλε το καπάκι το οποίο έτριξε λίγο στην αρχή, μα που μετά αφέθηκε στην επιθυμία των χεριών του να το ανοίξει. Μέσα στο κουτί, υπήρχαν μικρά φακελάκια σε σχήμα πυραμίδας κι ένα περιεχόμενο σαν μπουκετάκι αποξηραμένα λουλούδια που ευώδιαζε.
Το έκλεισε αμέσως για να μην εξατμιστεί το άρωμα, πράγμα που δεν παραδέχτηκε ποτέ. Είπε απλώς, «καλά, ευχαριστώ, αλλά δεν είμαι γω για αφεψήματα». Κι αμέσως παρήγγειλε το αγαπημένο του ουίσκυ μ’ ένα βαρύ νεύμα, παραμερίζοντας συγχρόνως το κουτάκι.
Έφτασε στο σπίτι που ήταν το επίκεντρο του τέλματός του, λίγο πριν τα χαράματα. Παντού γύρω, πτώματα από τσιγάρα. Για να σκεφτεί αν θα έβγαζε τα παπούτσια του, μπορεί να περνούσε και μισή ώρα. Οπότε για να βράσει νερό για τσάι, ούτε λόγος. Πήρε στα χέρια του το ξύλινο κουτάκι κι άρχισε να το ζυγίζει. Ο ήχος από τα φακελάκια του τσαγιού έμοιαζε με φτέρωμα πουλιού την ώρα που μαθαίνει να πετάξει. Ύστερα, δοκίμασε τον ήχο του ξύλου χτυπώντας ρυθμικά την επιφάνειά του με τις αρθρώσεις των λυγισμένων του δαχτύλων. Θυμήθηκε τα ταξίδια του στην Αφρική, που περνούσαν μέρες ολόκληρες χωρίς ν’ ανταλλάξει ούτε μια λέξη. Αποκοιμήθηκε όπως ήταν, με τα ρούχα, τα παπούτσια, τη σβησμένη γόπα στο στόμα και το ξύλινο κουτάκι του τσαγιού μέσα στο χέρι αγκαλιασμένο και τόσο καλά εφαρμοσμένο, έτσι ώστε τ’ αυλάκια της μοίρας στην παλάμη του, είχαν γεμίσει εντελώς από το ξύλο.
Ξύπνησε με άσπρα χείλη και τη γεύση της σκουριάς. Μετά από ώρα, ξέθαψε επιτέλους ένα μπρίκι μέσα απ’ τη στοίβα των απλύτων κι άρχισε να ζεσταίνει νερό. Πήρε μια κούπα αγορασμένη από κείνη την πόλη που τη μουσκεύει η μεσόγειος κι άνοιξε το κουτάκι. Ήταν σα μαγικό κουτί μουσικής που όμως έκανε ησυχία. Μέχρι να γίνει το νερό, είχε διαλέξει το φακελάκι του: το έπιασε και το ανέσυρε από την τετράγωνη ταμπελίτσα του. Ήταν το φακελάκι που βρισκόταν στο κέντρο και στον πάτο του κουτιού, κάτω από όλα τα άλλα, αυτό που κατά πάσα πιθανότητα, θα χρησιμοποιούνταν από οποιονδήποτε άλλον, τελευταίο. Το κρατούσε από την ταμπελίτσα του και το παρακολουθούσε να κάνει κούνια, κρεμάμενο απ’ το σπάγκο του. Τού άρεσε να παίζει, να επιβάλλεται, να δαγκώνει τα χείλη και να παρακολουθεί τα παιχνίδια του να κάνουν κούνια.
Άδειασε το νερό στην κεραμική κούπα, σχεδόν μέχρι το χείλος. Το φακελάκι, στο έλεος των χεριών του, ταλαντευόταν τώρα πάνω απ’ τον ατμό, αναδύοντας το άρωμά του. Όντως: άρωμα λεπτό μα και βαρύ. Ερεθιστικό. Διαφορετικό. Γυναικείο.
Το ταξίδι πάνω στην επιφάνεια του βραστού νερού, άρχισε, αφήνοντας πίσω του μικρά ίχνη, τα οποία ωστόσο, δεν έσβηναν. Μερικά ανθάκια άρχισαν να πλέουν στο νερό χωρίς να ξέρουν πού πηγαίναν, σα νούφαρα.
Οι κινήσεις του ήταν απαλές, στοργικές, σχεδόν υπνωτιστικές, κι ο χρόνος δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνον εκείνος και το τσάι σε φακελάκι-πυραμίδα. Η πυραμίδα της ερήμου του. Μα εκείνος ήθελε αίνιγμα και όχι πυραμίδα. Το παιχνίδι του όμως ήταν πολύ υπάκουο και δεν του δημιουργούσε καμία απορία. Ντελικάτο αλλά προβλέψιμο. Ευωδιαστό αλλά πειθήνιο. Με δύναμη τότε και ορμή, που τόση δεν χρειαζόταν, έδωσε μια στο φακελάκι και το’ στειλε στον πάτο. Στην αρχή εκείνο γουργούριζε στέλνοντας δεκάδες φυσαλίδες τη μια μετά την άλλη στην επιφάνεια, σα γυναίκα που πριν και μετά τον έρωτα νιώθει τις ορμόνες της να κοχλάζουν. Έπειτα άρχισε να το κινεί πέρα δώθε μανιασμένα κρατώντας το πάντα από το τετράγωνο ταμπελάκι, μέχρι που κάποια στιγμή, οι φυσαλίδες σταμάτησαν, το υγρό ηρέμησε κι εκείνος δεν ήξερε πια τι να κάνει τον εαυτό του, σάμπως μόλις να είχε πνίξει κάποιον κρατώντας τον απ’ τον αυχένα μέσα σε μια λίμνη.
Άρπαξε τότε το αχνιστό φακελάκι και άρχισε να το ξεσκίζει με λύσσα. Έμοιαζε σαν μικρός σάκος με εντόσθια λουλουδιού κι εκείνος με μεγάλο σάκο με εντόσθια ζώου. Για πρώτη φορά, δεν βρήκε καμιά ικανοποίηση στην καταστροφή.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012


record

Από κείνο το βράδυ υπάρχει ένα βιντεάκι. Διάρκεια τρία λεπτά και σαράντα έξι δευτερόλεπτα. Η λήψη έγινε με κάμερα κινητού τηλεφώνου, κοριτσίστικου, από αυτά που τούς κρεμόταν ένα στρογγυλό αρκουδάκι.
Αφήστε με να σας πω την ιστορία.
Τα φωτάκια της πόλης στην οθόνη του κινητού διαγράφουν ωοειδείς τροχιές, καθώς το βιντεάκι ξαναπαίζει.
Αφήστε με να σας την πω.
Κατά μήκος της όχθης του ποταμού, υπήρχε υπαίθριο παζάρι μεταχειρισμένων βιβλίων. Οι πωλητές μάς κοιτούσαν με μάτια στο χρώμα του μπουκαλιού κι εμείς γελούσαμε και παριστάναμε πως ξεφυλλίζαμε. Με το ένα χέρι, γιατί στο άλλο: παγωτό. To μαντήλι γύρω απ’ το λαιμό μου μύριζε πικραμύγδαλο.
Ήταν ήδη αργά μα μόλις σουρούπωνε, όταν πλησιάζαμε πια στη γέφυρα.
Υπάρχει ένα βιντεάκι από κείνο το βράδυ, τρεμάμενο. Με τον Τάμεση χυμένα χιλιόμετρα μαύρου αλουμινόχαρτου ανάμεσα στα σπίτια, τα πάρκα και τ’ αγάλματα. Ανάμεσα πριν και μετά.
Περπατούσαμε, κι εμένα το έδαφος ανασήκωνε κάθε μου βήμα σα να πάταγα σε στρώμα, το μεδούλι μου παλλόταν και οι άκρες του στήθους μου τεντωμένες κεραίες, ερεθισμένες από ελευθερία.
Τα γέλια έφεραν λόξυγγα κι ο λόξυγγας τραγούδι. Μπέσαμε. Μπέσαμε μούτσο. Κόμο σι φουέρε έστα νότσε λα ούλτιμα βεθ.
Ο σαξοφωνίστας στην αρχή της γέφυρας, ταπεινότρελος, με γόνατα ελαφρώς λυγισμένα και τη ράχη κυρτή, φαίνεται καθαρά στο βίντεο, μέχρι τη στιγμή που το αρκουδάκι ξεγλιστράει κι αρχίζει να παριστάνει το εκκρεμές, διαγράφοντας τροχιά ημικυκλίου με κέντρο τη μύτη του τύπου.
Πρώτο βήμα πάνω στη γέφυρα και δεν υπάρχει επιστροφή.
Θα μπορούσε να είναι η γέφυρα του Μπρούκλυν, του Γοργοποτάμου, της Βαβυλώνας, των Στεναγμών, του Ρίου- Αντιρρίου. Οποιαδήποτε γέφυρα υπάρχει ή δεν υπάρχει πια, δημιουργεί την αίσθηση της ταλάντωσης. Μετεωρισμός ή αυθυποβολή, δεν ξέρω, πάντως θυμάμαι καθαρά το αίμα μου εκείνο το βράδυ στο Λονδίνο, να έχει ξεπεράσει το σημείο βρασμού. Αίμα εκκωφαντικό, πόροι ανοιχτοί σαν μπουκαπόρτες πλοίων, έτοιμων να φορτώσουν και να φύγουν.
Υπάρχει ένα ερασιτεχνικό βιντεάκι από κείνο το βράδυ της μετάβασης. Πέρασα απέναντι αβρόχοις ποσίν, μα η μπαταρία του κινητού στο σημείο αυτό σώθηκε.
Από τότε δεν ξαναγόρασα παγωτό από καντίνα-τροχόσπιτο με λαμπιόνια κόκκινα, η καρδιά μου δεν ξαναβγήκε έξω από το φανελάκι και τα πόδια μου είναι μονίμως μούσκεμα. 

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012


einsturzende neubauten

Μου είπες
δε φρόντισα να διασώσω τ’
όνομά μου και πως βγήκε καινούριος νόμος
που απαγορεύει τα μπαλκόνια.
Ξεκινήσαμε να βρούμε μαζί
τους εργολάβους που θα’ κοβαν
τις πολυκατοικίες.
Σου είπα
πως ήξερα πώς να πάμε.
Η κατεύθυνση ήταν σωστή
μα η λωρίδα στένεψε απότομα και κάτι προϊστορικές ρίζες
κάτι προϊστορικές ρίζες μας έφραξαν το δρόμο.
Αναγκάστηκα να κοιμηθώ πολύ για να συνέλθω.
Όταν ξύπνησα η λάμπα τρεμόσβηνε
και σου τηλεφώνησα
αλλά εσύ είχες ήδη βρει μόνος σου το δρόμο για τους εργολάβους
και μ’ έβαλες σε ανοιχτή ακρόαση.