Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Ο ΓΕΡΟΣ ΚΙ Η ΣΤΕΡΙΑ

Θέλησα να κοιμηθώ. Είχα ανάγκη να κοιμηθώ, να μπω στο τούνελ του ύπνου. Μα ένας γέρος έπεσε με το ποδήλατό του στην άσφαλτο μπροστά στο σπίτι μου. Έτρεξαν οι γειτόνισσες και άρχισαν να σκούζουν.
Ένας γέρος έπεσε με το ποδήλατό του στην ανηφόρα μπροστά στο σπίτι μου, τη στιγμή ακριβώς που είχα ανάγκη να κοιμηθώ.
Ο ίδιος δεν ακούστηκε καθόλου. Μόνο οι στριγγιές της περιέργειας των γειτονισσών.
Ένιωσα άσχημα. Όχι επειδή ήθελα να κοιμηθώ, ενώ ένας γέρος με ποδήλατο είχε μόλις χάσει την ισορροπία του ακριβώς μπροστά στο σπίτι μου. Ένιωσα άσχημα γιατί το γεγονός αυτό αποτέλεσε αντιπερισπασμό στον ύπνο που τόσο είχα ανάγκη.
Σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα για τον ύπνο μου να μην είχε συμβεί. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν έστω καλύτερα να είχε συμβεί κάποια άλλη στιγμή. Κάποια φερ’ ειπείν στιγμή που θα έλειπα από το σπίτι. Οποιαδήποτε άλλη στιγμή, πέραν αυτής που ήμουν έτοιμη ν' αποκοιμηθώ.
Ο γέρος κι ο κάθε γέρος έχει ζήσει τη ζωή του. Όμως εγώ, χρειάζομαι ξεκούραση για ν’ αντέξω. Δεν χρειάζομαι φασαρία, ούτε τύψεις χρειάζομαι. Ούτε πλαδαρές γειτόνισσες.
Και ναι μεν ο γέρος δεν φώναξε, δεν ακούστηκε καθόλου, ήταν εκείνος όμως που προκάλεσε όλο αυτό το σούσουρο, μέρα μεσημέρι, κάτω ακριβώς απ' το παράθυρό μου κι ενώ προσπαθούσα να κοιμηθώ, γιατί ίσως μου έμενε λίγη ζωή ακόμη και έπρεπε να ξεκουραστώ για να την αντέξω.
Οι γειτόνισσες ακούγονταν σα να μιλούσαν μια γλώσσα φωνηέντων που μόνον οι ίδιες καταλάβαιναν. Ποτέ δεν νοηματοδότησα τη ζωή μου από το πέσιμο κάποιου άλλου. Κι ακόμα το πληρώνω.
Έμαθα από νωρίς πως το πέσιμο καθενός είναι προσωπική του υπόθεση. Κάτι σαν το ξύρισμα ή το κατούρημα.
Ακόμη κι αν φωνάξει σε βοήθεια, στην πραγματικότητα, το μόνο που θέλει κάποιος που πέφτει, είναι μείνει μόνος. Για την ακρίβεια, θα προτιμούσε να μην τον είχε δει κανείς.
Όλα αυτά τα σκεφτόμουν, ελπίζοντας ότι θα έληγε το θέμα κι ότι θα αποκαθίστατο η ησυχία. Ήταν σκέψεις δηλαδή, για να περάσει η ώρα και να μην χρειαστεί να σηκωθώ και να κλείσω το παράθυρο.
Μα ο κόσμος συνέρρεε πάνω από το γέρο, κάνοντας πρόχειρες διαγνώσεις στη γλώσσα με τα φωνήεντα και στερώντας του το οξυγόνο, εις βάρος πάντα του ύπνου μου.

Ο κόσμος συνέρρεε πάνω από το γέρο, λύνοντας έτσι το πρόβλημά του, που ήταν η έλλειψη θέματος συζήτησης. Ο κόσμος, γυρνώνας σπίτι του, σάββατο απόγευμα πια, θα είχε ένα περιστατικό να διηγηθεί κι έτσι ο χρόνος θα κυλούσε. Ο χρόνος θα κυλούσε πιο ομαλά χάρη στο γέρο και το σπασμένο του ποδήλατο, που αλλού είχε βρεθεί η σέλα, αλλού το τιμόνι.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

HOMOPHOBIA

Ρώτησα στη γραμματεία της εισαγγελίας να μάθω τι είχε διαπράξει. Οι υπάλληλοι δεν χρειάστηκε να συμβουλευθούν το κατηγορητήριο, μόνο με το όνομα θυμούνταν την περίπτωση απ’ έξω και ανά πάσα στιγμή: Κατηγορούνταν ότι είχε πατήσει με το αυτοκίνητό του έναν άνθρωπο, ένα τραβεστί.
«Α..δηλαδή, τροχαίο....» είπα ξεφυσώντας και σχεδόν διεκπεραιωτικά, «σωματική βλάβη εξ αμελείας».
«Όχι, όχι έτσι ακριβώς», απάντησαν εκείνοι ανεπαισθήτως ειρωνικά και με μια νοσηρότητα στην προσωδία του ‘όχι’.
«Μα τότε, πώς; Πώς αλλιώς; Πώς αλλιώς, αν όχι έτσι;»
«Ο δράστης», είπαν, «έβαλε μπρος, πάτησε το τραβεστί που έπεσε στο οδόστρωμα, μετά έβαλε όπισθεν και μετά πάλι πρώτη και ξαναπάτησε το θύμα και μετά πάλι όπισθεν και πάλι πρώτη, μαρσάροντας ακόμα περισσότερο. Κι αυτό επαναλήφθηκε τέσσερις ή πέντε φορές, δεν είναι σίγουρο. Οι πραγματογνώμονες μετράνε ακόμη τα ίχνη από τα ελαστικά πάνω στο σώμα του τραβεστί για να καταλήξουν».
«Και τώρα;»
«Τώρα.. τι τώρα. Τώρα είναι μέσα».
«Το ξέρω ότι είναι μέσα».
«Ε, και τι θέλετε; Οι μέρες και ώρες των επισκεπτηρίων είναι αναρτημένες».
«Κι αυτό το ξέρω».
«Μα ποια είστε τελοσπάντων, όλα τα ξέρετε».
«Τι γίνεται από δω και πέρα, αυτή είναι η ερώτησή μου. Και πώς είναι δυνατόν να κρατείται χωρίς να έχει απολογηθεί».
«Κοιτάξτε. Για την οικονομία της προδικασίας, εντελώς προσωρινά, οδηγήθηκε σε σωφρονιστικό κατάστημα. Εκεί, είναι ασφαλής».
«Ασφαλής;»
«Ακριβώς. Δεν πρόκειται να του συμβεί τίποτε, ούτε καν να τον πιάσει κρίση. Το έχουμε διασφαλίσει πλήρως αυτό».
«Πώς δηλαδή; Μα τι μου λέτε επιτέλους;»
«Σας είπαμε, το θέμα έχει διευθετηθεί. Βρήκαμε παλιούς του συμμαθητές και φίλους απ’ το στρατό και τους ζητήσαμε να παίξουν τον ρόλο των κρατουμένων. Έτσι έχει συντροφιά, συζητάνε για τα παλιά και ξεχνιέται. Δεν έχει καν συνειδητοποιήσει ότι κρατείται.»
«Τι νομίζει δηλαδή; Ότι έχει πάει εκδρομή; Ότι συμμετέχει σε κατασκήνωση επανασύνδεσης παλιών γνωρίμων; Και θέλετε να μου πείτε ότι είναι καλό αυτό; Το ότι δεν έχει επίγνωση της κατάστασης;»
«Και τι θα άλλαζε αν ήξερε; Ποιο θα ήταν το όφελος; Δεν μας χρειάζονται άλλοι μανιακοί και τα ηρεμιστικά, ξέρετε, στοιχίζουν. Προτιμήσαμε να δώσουμε ένα μικρό φιλοδώρημα στους παλιούς του συμμαθητές και φίλους. Άλλωστε ήταν ελάχιστοι».
«Θέλω να απευθυνθώ στον εισαγγελέα».
«Πρώτον, απουσιάζει. Δεύτερον, και να μην απουσίαζε, θα σας έλεγε ακριβώς τα ίδια. Εντολές του εκτελούμε. Σας λέμε μην ανησυχείτε. Απόψε μάλιστα θα διοργανωθεί κάτι σαν δεξίωση. Στο προαύλιο της φυλακής θα υπάρχουν άρπες και υπερμεγέθεις τούρτες φιστικιού…»