Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

the end of a love affair

Ήταν κακόκεφος κι ένιωθε ένα δυσοίωνο βάρος δεξιά, κάτω από τα πλευρά του. Τα αγγεία στη μύτη του μπερδεύονταν σαν κόκκινο πλεκτό παρατημένο. Η ιστορία αρχίζει εκείνο το βράδυ του Μάη που έστριβε σκυφτός ένα τσιγάρο, στο πεζοδρόμιο ενός μπαρ. Ο φίλος του τού μιλούσε για την κοινωνική εξέγερση, μα εκείνος τα είχε αφήσει πίσω του όλα αυτά. Παρήγγειλε ένα ουίσκυ να ραντίσει κι άλλο την πληγή του, εκεί δεξιά. Είχε χάσει τη γεύση του απ’ το πολύ αλκοόλ και πια το έπινε μόνο για την επίδραση. Για να βαρύνουν τα μάτια, για να λυθούν οι τένοντες, για να μην ακούει την ίδια του τη φωνή μες στη σπηλιά του.  
Κάπου στο έκτο ή έβδομο ποτό, ο φίλος του που είχε αφήσει κατά μέρος τα περί ταξικής πάλης, τού σύστησε να το ρίξει στο τσάι. Ήξερε μια πολύ αρωματική, ντελικάτη και βαριά συγχρόνως ποικιλία. Την επομένη, θα του έφερνε να δοκιμάσει. Έπρεπε να περιορίσει το οινόπνευμα. Εκείνος ούτε που απάντησε.
Όταν όμως την επαύριο, στο ίδιο μέρος, αντίκρισε το ξύλινο κουτάκι που κράδαινε ο φίλος του, για πρώτη φορά τέντωσε το λαιμό του κι ανακάθισε. «Για φέρ’ το εδώ αυτό», είπε με τη γνωστή, δήθεν αδιάφορη αντρική φωνή. Έβγαλε το καπάκι το οποίο έτριξε λίγο στην αρχή, μα που μετά αφέθηκε στην επιθυμία των χεριών του να το ανοίξει. Μέσα στο κουτί, υπήρχαν μικρά φακελάκια σε σχήμα πυραμίδας κι ένα περιεχόμενο σαν μπουκετάκι αποξηραμένα λουλούδια που ευώδιαζε.
Το έκλεισε αμέσως για να μην εξατμιστεί το άρωμα, πράγμα που δεν παραδέχτηκε ποτέ. Είπε απλώς, «καλά, ευχαριστώ, αλλά δεν είμαι γω για αφεψήματα». Κι αμέσως παρήγγειλε το αγαπημένο του ουίσκυ μ’ ένα βαρύ νεύμα, παραμερίζοντας συγχρόνως το κουτάκι.
Έφτασε στο σπίτι που ήταν το επίκεντρο του τέλματός του, λίγο πριν τα χαράματα. Παντού γύρω, πτώματα από τσιγάρα. Για να σκεφτεί αν θα έβγαζε τα παπούτσια του, μπορεί να περνούσε και μισή ώρα. Οπότε για να βράσει νερό για τσάι, ούτε λόγος. Πήρε στα χέρια του το ξύλινο κουτάκι κι άρχισε να το ζυγίζει. Ο ήχος από τα φακελάκια του τσαγιού έμοιαζε με φτέρωμα πουλιού την ώρα που μαθαίνει να πετάξει. Ύστερα, δοκίμασε τον ήχο του ξύλου χτυπώντας ρυθμικά την επιφάνειά του με τις αρθρώσεις των λυγισμένων του δαχτύλων. Θυμήθηκε τα ταξίδια του στην Αφρική, που περνούσαν μέρες ολόκληρες χωρίς ν’ ανταλλάξει ούτε μια λέξη. Αποκοιμήθηκε όπως ήταν, με τα ρούχα, τα παπούτσια, τη σβησμένη γόπα στο στόμα και το ξύλινο κουτάκι του τσαγιού μέσα στο χέρι αγκαλιασμένο και τόσο καλά εφαρμοσμένο, έτσι ώστε τ’ αυλάκια της μοίρας στην παλάμη του, είχαν γεμίσει εντελώς από το ξύλο.
Ξύπνησε με άσπρα χείλη και τη γεύση της σκουριάς. Μετά από ώρα, ξέθαψε επιτέλους ένα μπρίκι μέσα απ’ τη στοίβα των απλύτων κι άρχισε να ζεσταίνει νερό. Πήρε μια κούπα αγορασμένη από κείνη την πόλη που τη μουσκεύει η μεσόγειος κι άνοιξε το κουτάκι. Ήταν σα μαγικό κουτί μουσικής που όμως έκανε ησυχία. Μέχρι να γίνει το νερό, είχε διαλέξει το φακελάκι του: το έπιασε και το ανέσυρε από την τετράγωνη ταμπελίτσα του. Ήταν το φακελάκι που βρισκόταν στο κέντρο και στον πάτο του κουτιού, κάτω από όλα τα άλλα, αυτό που κατά πάσα πιθανότητα, θα χρησιμοποιούνταν από οποιονδήποτε άλλον, τελευταίο. Το κρατούσε από την ταμπελίτσα του και το παρακολουθούσε να κάνει κούνια, κρεμάμενο απ’ το σπάγκο του. Τού άρεσε να παίζει, να επιβάλλεται, να δαγκώνει τα χείλη και να παρακολουθεί τα παιχνίδια του να κάνουν κούνια.
Άδειασε το νερό στην κεραμική κούπα, σχεδόν μέχρι το χείλος. Το φακελάκι, στο έλεος των χεριών του, ταλαντευόταν τώρα πάνω απ’ τον ατμό, αναδύοντας το άρωμά του. Όντως: άρωμα λεπτό μα και βαρύ. Ερεθιστικό. Διαφορετικό. Γυναικείο.
Το ταξίδι πάνω στην επιφάνεια του βραστού νερού, άρχισε, αφήνοντας πίσω του μικρά ίχνη, τα οποία ωστόσο, δεν έσβηναν. Μερικά ανθάκια άρχισαν να πλέουν στο νερό χωρίς να ξέρουν πού πηγαίναν, σα νούφαρα.
Οι κινήσεις του ήταν απαλές, στοργικές, σχεδόν υπνωτιστικές, κι ο χρόνος δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνον εκείνος και το τσάι σε φακελάκι-πυραμίδα. Η πυραμίδα της ερήμου του. Μα εκείνος ήθελε αίνιγμα και όχι πυραμίδα. Το παιχνίδι του όμως ήταν πολύ υπάκουο και δεν του δημιουργούσε καμία απορία. Ντελικάτο αλλά προβλέψιμο. Ευωδιαστό αλλά πειθήνιο. Με δύναμη τότε και ορμή, που τόση δεν χρειαζόταν, έδωσε μια στο φακελάκι και το’ στειλε στον πάτο. Στην αρχή εκείνο γουργούριζε στέλνοντας δεκάδες φυσαλίδες τη μια μετά την άλλη στην επιφάνεια, σα γυναίκα που πριν και μετά τον έρωτα νιώθει τις ορμόνες της να κοχλάζουν. Έπειτα άρχισε να το κινεί πέρα δώθε μανιασμένα κρατώντας το πάντα από το τετράγωνο ταμπελάκι, μέχρι που κάποια στιγμή, οι φυσαλίδες σταμάτησαν, το υγρό ηρέμησε κι εκείνος δεν ήξερε πια τι να κάνει τον εαυτό του, σάμπως μόλις να είχε πνίξει κάποιον κρατώντας τον απ’ τον αυχένα μέσα σε μια λίμνη.
Άρπαξε τότε το αχνιστό φακελάκι και άρχισε να το ξεσκίζει με λύσσα. Έμοιαζε σαν μικρός σάκος με εντόσθια λουλουδιού κι εκείνος με μεγάλο σάκο με εντόσθια ζώου. Για πρώτη φορά, δεν βρήκε καμιά ικανοποίηση στην καταστροφή.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012


record

Από κείνο το βράδυ υπάρχει ένα βιντεάκι. Διάρκεια τρία λεπτά και σαράντα έξι δευτερόλεπτα. Η λήψη έγινε με κάμερα κινητού τηλεφώνου, κοριτσίστικου, από αυτά που τούς κρεμόταν ένα στρογγυλό αρκουδάκι.
Αφήστε με να σας πω την ιστορία.
Τα φωτάκια της πόλης στην οθόνη του κινητού διαγράφουν ωοειδείς τροχιές, καθώς το βιντεάκι ξαναπαίζει.
Αφήστε με να σας την πω.
Κατά μήκος της όχθης του ποταμού, υπήρχε υπαίθριο παζάρι μεταχειρισμένων βιβλίων. Οι πωλητές μάς κοιτούσαν με μάτια στο χρώμα του μπουκαλιού κι εμείς γελούσαμε και παριστάναμε πως ξεφυλλίζαμε. Με το ένα χέρι, γιατί στο άλλο: παγωτό. To μαντήλι γύρω απ’ το λαιμό μου μύριζε πικραμύγδαλο.
Ήταν ήδη αργά μα μόλις σουρούπωνε, όταν πλησιάζαμε πια στη γέφυρα.
Υπάρχει ένα βιντεάκι από κείνο το βράδυ, τρεμάμενο. Με τον Τάμεση χυμένα χιλιόμετρα μαύρου αλουμινόχαρτου ανάμεσα στα σπίτια, τα πάρκα και τ’ αγάλματα. Ανάμεσα πριν και μετά.
Περπατούσαμε, κι εμένα το έδαφος ανασήκωνε κάθε μου βήμα σα να πάταγα σε στρώμα, το μεδούλι μου παλλόταν και οι άκρες του στήθους μου τεντωμένες κεραίες, ερεθισμένες από ελευθερία.
Τα γέλια έφεραν λόξυγγα κι ο λόξυγγας τραγούδι. Μπέσαμε. Μπέσαμε μούτσο. Κόμο σι φουέρε έστα νότσε λα ούλτιμα βεθ.
Ο σαξοφωνίστας στην αρχή της γέφυρας, ταπεινότρελος, με γόνατα ελαφρώς λυγισμένα και τη ράχη κυρτή, φαίνεται καθαρά στο βίντεο, μέχρι τη στιγμή που το αρκουδάκι ξεγλιστράει κι αρχίζει να παριστάνει το εκκρεμές, διαγράφοντας τροχιά ημικυκλίου με κέντρο τη μύτη του τύπου.
Πρώτο βήμα πάνω στη γέφυρα και δεν υπάρχει επιστροφή.
Θα μπορούσε να είναι η γέφυρα του Μπρούκλυν, του Γοργοποτάμου, της Βαβυλώνας, των Στεναγμών, του Ρίου- Αντιρρίου. Οποιαδήποτε γέφυρα υπάρχει ή δεν υπάρχει πια, δημιουργεί την αίσθηση της ταλάντωσης. Μετεωρισμός ή αυθυποβολή, δεν ξέρω, πάντως θυμάμαι καθαρά το αίμα μου εκείνο το βράδυ στο Λονδίνο, να έχει ξεπεράσει το σημείο βρασμού. Αίμα εκκωφαντικό, πόροι ανοιχτοί σαν μπουκαπόρτες πλοίων, έτοιμων να φορτώσουν και να φύγουν.
Υπάρχει ένα ερασιτεχνικό βιντεάκι από κείνο το βράδυ της μετάβασης. Πέρασα απέναντι αβρόχοις ποσίν, μα η μπαταρία του κινητού στο σημείο αυτό σώθηκε.
Από τότε δεν ξαναγόρασα παγωτό από καντίνα-τροχόσπιτο με λαμπιόνια κόκκινα, η καρδιά μου δεν ξαναβγήκε έξω από το φανελάκι και τα πόδια μου είναι μονίμως μούσκεμα. 

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012


einsturzende neubauten

Μου είπες
δε φρόντισα να διασώσω τ’
όνομά μου και πως βγήκε καινούριος νόμος
που απαγορεύει τα μπαλκόνια.
Ξεκινήσαμε να βρούμε μαζί
τους εργολάβους που θα’ κοβαν
τις πολυκατοικίες.
Σου είπα
πως ήξερα πώς να πάμε.
Η κατεύθυνση ήταν σωστή
μα η λωρίδα στένεψε απότομα και κάτι προϊστορικές ρίζες
κάτι προϊστορικές ρίζες μας έφραξαν το δρόμο.
Αναγκάστηκα να κοιμηθώ πολύ για να συνέλθω.
Όταν ξύπνησα η λάμπα τρεμόσβηνε
και σου τηλεφώνησα
αλλά εσύ είχες ήδη βρει μόνος σου το δρόμο για τους εργολάβους
και μ’ έβαλες σε ανοιχτή ακρόαση.
ΚΑΛΛΙΡΡΟΗΣ
Ο λόγος που δεν αυτοκτονώ δεν είσαι συ: είναι κάτι αρχαίοι στύλοι
δωρικοί
που υψώνονται αναπάντεχα, ανάμεσα στα σκατά της πόλης που
μεγάλωσα.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στο μονό μου κρεβάτι που μυρίζει καλοκαίρι, κάνω πως κοιμάμαι. Κουνώ αργά τις πατούσες μου πάνω στο λινό σεντόνι που είναι σπασμένο λευκό, με δυο φαρδιές, γαλάζιες ρίγες στην πλευρά του κεφαλιού, σαν παράλληλα κύματα. Κόκκοι άμμου έρχονται σε επαφή με το λινό και προκαλούν γλυκιά τριβή: δεν έπλυνα καλά τα πόδια μου όταν γύρισα από την παραλία. Η άμμος δεν είναι βρώμικη κι εμένα η τριβή μ’ αρέσει.
Και ξάφνου, να’ το. Εκεί που τρίβω ηδονικά τις φτέρνες μου στο σεντόνι, αρχίζει να ακούγεται, διακόπτοντας την ερεθιστική επαφή μου με το λινό. Μπήγω το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι το οποίο στη συνέχεια διπλώνω στα δύο, μήπως και πάψω να ακούω αυτόν τον εκνευριστικό ήχο. Τον ήχο που κάνει ένα μαχαίρι κουζίνας όταν ξύνει ξύλινες επιφάνειες για να τους αφαιρέσει ξεραμένες σταγόνες μπογιάς. Ύπουλος ήχος, ό, τι χειρότερο για το νευρικό σύστημα.
Το σπίτι στο νησί, με ξύλινη εσωτερική σκάλα, το έχτισε ο πατέρας, με κόπο και οικονομίες χρόνων. Οπότε έπρεπε όλοι να το αγαπάμε και να περνάμε εκεί εξάπαντος κι ασμένως, τις καλοκαιρινές μας διακοπές. Οι περιουσίες θέλουν συντήρηση, φροντίδα και την τακτική παρουσία των ιδιοκτητών τους, ειδάλλως και ιδίως όταν βρίσκονται σε απομακρυσμένα μέρη, μπορεί κάποιος να τις σφετεριστεί.
Εμένα το μόνο που μου άρεσε σε σχέση με τις διακοπές αυτές, ήταν η θάλασσα. Πιο ειδικά, μου άρεσε να μένω μέσα της με την πλάτη γυρισμένη στην αμμουδιά, όπου λιάζονταν οι γονείς μου, κι όταν ερχόταν η ώρα της αναχώρησης να παριστάνω την κουφή. Το παιχνίδι μου είχε ως εξής: όταν έφτανε το μεσημέρι, το όνομά μου άρχιζε να αντηχεί σε όλους τους τόνους, βγαίνοντας από το βαθύ ηχείο του πατέρα μου κι από το πιο ρηχό, της μάνας μου. Οι φωνές τους έφταναν μέχρι απέναντι, στα διαπόντια νησιά. Εγώ, τίποτα. Χωμένη στη θάλασσα, άφηνα το βάρος μου στο νερό και κρυφογελούσα, με την πλάτη σταθερά γυρισμένη στην αμμουδιά και το πρόσωπο ανάμεσα κύμα κι ορίζοντα. Με φώναζαν συλλαβιστά λες και πνιγόμουν ή λες και ήμουν μειωμένης αντίληψης. Η ένταση στο κάλεσμα του ονόματός μου ολοένα και δυνάμωνε, ενώ η διάρκεια της τονιζόμενης συλλαβής του παρατεινόταν τόσο, ώστε ο ήχος του αλλοιωνόταν εντελώς, γινόταν αστείος και στο τέλος φρικιαστικός. Ήταν πια ένας ήχος που δεν αντιστοιχούσε στο όνομά μου, οπότε είχα κάθε λόγο να μην ανταποκρίνομαι. Κάποια στιγμή, βαριόμουν κι εγώ η ίδια το παιχνίδι μου, τα δάχτυλά μου ζάρωναν τελείως κι έβγαινα στη στεριά, με τις ατσούμπαλες κινήσεις του προεφηβικού μου σώματος...
Το μαχαίρι συνεχίζει με επιμονή. Το νιώθω να πλησιάζει στην πόρτα του δωματίου μου. Θα προτιμούσα ν’ ακούω καμπάνες ή κανόνια παρά αυτό το μοχθηρό κουζινομάχαιρο. Σα να βλέπω τον πατέρα μου σε βαθύ κάθισμα, με κατσαρά αγγεία στο μέτωπο, το δείκτη του δεξιού χεριού του πάνω στη λεπίδα και τα υπόλοιπα δάχτυλα τυλιγμένα γύρω απ’ τη λαβή του μαχαιριού, να το κατευθύνει πάνω κάτω, προσπαθώντας μεθοδικά και με ρυθμό να αφαιρέσει από το ξύλινο πηχάκι και την ξύλινη σκάλα τις ξεραμένες σταγόνες μπογιάς. Διότι φυσικά, για να λείπει το αφεντικό και να μην υπάρχει επιτήρηση, η δουλειά έγινε βιαστικά και ιδού: δεκάδες μικρές και μεγαλύτερες ξεραμένες σταγόνες μπογιάς στο ξύλο. Απαράδεκτο.
Κάποια στιγμή, σαν από θαύμα, σταμάτησε ν’ ακούγεται ο ανατριχιαστικός ήχος. Κάτι αιφνίδιο απέσπασε την προσοχή του πατέρα μου, τον έκανε να κατέβει τη σκάλα και να παρατήσει στη μέση την επιχείρηση ξύσιμο ξεραμένου χρώματος. Είπα τότε να σηκωθώ κι αυτό και έκανα, με τις ατσούμπαλες κινήσεις του προεφηβικού μου σώματος. Άνοιξα την πόρτα μου κι ένας νησιώτικος αέρας αυγούστου έκανε τ’ αυτιά μου να βουΐξουν. Οι κουρτίνες υψώθηκαν ως το ταβάνι. Ανάσανα το μελτέμι βαθιά μα με απάθεια κι άπλωσα το χέρι μου να στηριχτώ, στην αρχή της ξύλινης κουπαστής όπου ο πατέρας μου είχε προ ολίγου παρατήσει το μαχαίρι. Εκείνο, με το που το άγγιξα, άρχισε να στριφογυρίζει με κέντρο της κίνησής του το σημείο όπου ενώνεται η λαβή με τη λεπίδα, τόσο γρήγορα, δημιουργώντας τη γνωστή οφθαλμαπάτη και δίνοντας την εντύπωση του μεταλλικού δίσκου. Λίγο πριν την ακινητοποίησή του και υπό το βάρος της λαβής του, η οποία κατά το σταμάτημα της περιστροφής προεξείχε της κουπαστής, ανατράπηκε και άρχισε να εκτελεί ελεύθερη πτώση. Ήταν καθαρός τζόγος: αν το μαχαίρι είχε ακινητοποιηθεί με τη λεπίδα προς τα έξω, που ήταν πιο ελαφριά από τη λαβή, θα είχε παραμείνει στη θέση του.
Δεν ξέρω σε ποιο ακριβώς σημείο της ευθύγραμμης ομαλής κίνησης του μαχαιριού, σταμάτησε στιγμιαία η καρδιά, το συκώτι κι ο εγκέφαλός μου. Κάτω ακριβώς από τη σκάλα, βρίσκονταν ο πατέρας και ο θείος μου. Νόμισα πως θα ήταν η τελευταία τους κουβέντα. Μα τα κλάσματα των κλασμάτων των δευτερολέπτων περνούσαν κι εκείνοι οι δυο συνέχιζαν να μιλάνε και να λένε κάτι για ψάρια και αν είναι καλύτερος ο σκορπιός για σούπα ή το κοκκινόψαρο.   

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012


EIΡΩΝΕΙΑ

Η αλήθεια
είναι μια ηλίθια με
άλφα
γίνε εσύ από
σπουργίτι
λύκος αγέρωχος και θα’ χεις όλη
μου
την
τρυφερότητα

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

στον Σ.

Φοράω ακόμη από χθες τα μαύρα του επιταφίου. Κάθομαι στην κουζίνα, τρώω χαλβά και κοιτάω τη μάντρα των παιδικών μου χρόνων. Λίγο μετά, στο δρόμο για την αποκαθήλωση, οι λεύκες μυρίζουν βαριά και λίγο πριν την εκκλησία, η ανοιχτή αγορά του Άμστερνταμ. Γουότερλουπλεϊν. Κοιτάζω για ένα λευκό κερί. Η γιαγιά έχει φύγει από νωρίς. Μύρισα τη μυρωδιά της στη σκάλα. Μυρωδιά ζυμαριού, βασιλικού και λιβανιού.... Τώρα, στο τραμ 7, καθισμένη ανάποδα, χώρια απ' τη διαίσθησή μου. Γύρω μου, ολλανδοί οικονομολόγοι, αληθινή απειλή του μέλλοντος. Νομίζω ότι θα δω από το απέναντι πεζοδρόμιο τη γιαγιά να επιστρέφει από τη λειτουργία, να μου λέει ότι άργησα και να τρέξω στον Άγ. Νικόλαο να προλάβω, που τελειώνει πιο αργά. Καθρεφτίζομαι στο τζάμι του τραμ. Άνθη λεμονιάς μπερδεύονται με τις τουλίπες. 'Μήπως είστε της εκδρομής'; ο Σεφέρης ρωτά, όχι εγώ βέβαια. Εγώ δεν θα 'κανα ποτέ τέτοια ερώτηση. Ούτε έχω φοβηθεί περισσότερο σιωπή, απ' τη σιωπή όταν εσύ οδηγείς κι εγώ στη θέση του συνοδηγού δεν κάθομαι οκλαδόν. Μην μου ξαναπείς ποτέ να κάνω υπομονή. Μέσα μου βαθιά ηχούν τα κρόταλα. Τα ρούχα μου μυρίζουν ωραία. Καταλαβαίνεις....κι όλα αυτά τα μισόλογα..πήγες χθες στο au revoir..δεν το ξέχασα. Μόνο που ξέχασα να σου πω για τον Μίδα, εκείνο το 7χρονο αγοράκι που παίζει swing στο δρόμο. Έσκυψα κι αγόρασα το cd. Ακούγοντάς το, διέσχισα τη Βόρεια Θάλασσα. Ήταν σαν υγρό αεροδρόμιο. Κι όταν έφτασα στο Texel, δεν υπήρχε πια βαρύτητα. Μόνο κάτι παρατηρητές σπάνιων πουλιών κι εγώ που δεν έκλεισα μάτι. Γυρνώντας, με περίμενε στο γραμματοκιβώτιο ο Βέρθερος και με δάγκωσε στο στομάχι εκείνη η Κυριακή, που δεν περάσαμε μαζί.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012


έργα και ημέρες και νύχτες

Οι κουκίδες του ρολογιού χειρός δείχνουν έξι. Δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός.
Αξιώθηκα να ξυπνήσω και σήμερα. Ας κάνω το σταυρό μου. Τρεις φορές, αργά αργά. Δεν υπάρχει λόγος να βιάζομαι.
Τώρα θα σηκωθώ, στάσου, σηκώνομαι. Θα πάω τοίχο τοίχο ως το μπάνιο. Σαγρέ ο τοίχος και λεία η δίφυλλη ντουλάπα στα ακροδάχτυλά μου, ξέρω. Μετά ο ολότοιχος καθρέφτης, προσπερνάω. Έπειτα θ’ αγγίξω τη συρόμενη πόρτα με το ανάγλυφο τζάμι. Με ελάχιστη δύναμη θ’ ανοίξει προς τ’ αριστερά. Να 'μαι τώρα στο διάδρομο. Σε απόσταση αναπνοής, το πόμολο της πόρτας του μπάνιου. Ωραία.. Μπαίνω και κλείνω πίσω μου την πόρτα. Είναι απόλυτα φυσιολογικό. Οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος θα μπορούσε τώρα να είναι στο μπάνιο με κλειστή την πόρτα και θα’ ταν ακριβώς το ίδιο. Εντάξει, θα είχε το φως αναμμένο. Αλλά μόνο αυτό.
Τώρα θα μείνω στο μπάνιο, τώρα. Θα πάρω τον χρόνο μου. Δε βιάζομαι.
(Στομάχι ακουμπά στον νιπτήρα και έτσι διακόπτεται η κίνηση).
Πρώτ’ απ’ όλα θ’ ανοίξω τη βρύση, να, την ανοίγω. Νεράκι. Μυρίζει ζωή. Μου θυμίζει αμυδρά τότε που ακόμα ξεχώριζα τα χρώματα και λίγο κάποια περιγράμματα. Για να στρίψω τελείως το διακόπτη! Καταρράκτης! Για να το κάνω λίγο ποταμάκι, κάτσε να κλείσω λίγο τη βρύση. Ναι, ποταμάκι τώρα και λίγο ακόμη μπορώ να μειώσω τη ροή, έτσι. Τώρα το 'κανα ρυάκι. Με το νερό απ’ το ρυάκι θα πλυθώ. Θα πλυθώ καλά καλά. Και λίγο σαπούνι απ’ τη σαπουνοθήκη στα δεξιά. Για να το τρίψω να αφρίσει. Να μυρίζω όμορφα αν περάσουν τα εγγόνια μου και να περάσει και λίγο η ώρα έτσι.
Λιμνούλα τώρα το νερό. Οι χούφτες μου ενωμένες και το νερό μέσα τους λιμνούλα.
(Το νερό έρχεται επανειλημμένα σε επαφή με τους κρατήρες δύο ανενεργών ηφαιστείων καθώς σκύβει μέσα στη λιμνούλα).
Για κάτσε να πιω και λίγο. Ααααχχχχ ωραίο νεράκι! Κακά τα ψέματα, αυτή την αίσθηση με τον ποτήρι δεν την έχεις, είναι αλλιώς το τρεχούμενο νερό, ακόμη κι αν τρέχει μέσα από υδραυλικούς σωλήνες.
Δόξα σοι ο Θεός.
Η πετσέτα τώρα, στ’ αριστερά μας, στο ύψος της μύτης περίπου. Καλά καλά να σκουπιστώ, να κλείσω βγαίνοντας και την πόρτα.
Για να δούμε τώρα, τι ώρα πήγε. 7 παρά 10, όχι κι άσχημα. Κυλά η ώρα, κυλά ο καιρός. Υπάρχουν και χειρότερα. Ο Θεός είναι μεγάλος και ξέρει. Βαθιά ανάσα. Τώρα θα νιώσω στην καρδιά της αριστερής παλάμης μου το ξυλόγλυπτο τελείωμα της καρέκλας μου καθώς θα την τραβώ για να καθίσω. Να το. Μου αρέσει αυτή η πίεση του ξύλου στο κρέας μου, την απολαμβάνω. Είναι το επάνω πέταλο του ξύλινου λουλουδιού που μου την προκαλεί.
Κάθομαι τώρα, κάθισα. Το τσάι μπροστά μου ζεματάει, τόσο το καλύτερο. Το πλησιάζω σιγά σιγά με τα δάχτυλα. Δεν βιάζομαι. Πρώτα συναντώ το πιατάκι, μετά την κούπα. Ποια κούπα είναι σήμερα, αυτή που έχει το ύψος της παλάμης μου ή η άλλη η χαμηλότερη; Αυτή που έχει το ύψος της παλάμης μου. Μπορώ μέχρι να κρυώσει λίγο το τσάι, να αγκαλιάσω την κούπα κρατώντας μια μικρή απόσταση από την πορσελάνη για να ζεστάνω λίγο τα χέρια μου χωρίς να καώ. Μπορώ επίσης να το φυσήξω, ξέρω πού είναι. Μπορώ να φέρω και τα δάχτυλά μου στο στόμιο της κούπας, να νιώσω όλη του την περιφέρεια και να φυσήξω με μεγαλύτερη ακρίβεια πάνω στην υγρή επιφάνεια. Να το το στόμιο του φλιτζανιού στις ρώγες των δαχτύλων μου. Φυσάω και αναδύεται το άρωμα του τσαγιού απ’ το βουνό, βαρύ, σαν φασκόμηλο.
Πρώτη γουλιά, σιγά σιγά, με προσοχή. Στο μεταξύ έφτασε και η ώρα για την πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή του εκκλησιαστικού σταθμού. Αν ψαύσω πάνω στο ντιβάνι αριστερά, η τεντωμένη κεραία είτε θα μπλεχτεί στο μανίκι μου είτε θα περάσει ανάμεσα απ’ τα τεντωμένα δάχτυλά μου. Τίποτε απ’ τα δύο: μού κέντησε τον καρπό. Την ακολουθώ μέχρι τη βάση της, να’ το το ραδιοφωνάκι. Τσακ το διακοπτάκι προς τα δεξιά. Δεν χρειάζεται να ρυθμίσω τη συχνότητα. Ακούγεται η διαφήμιση με τα εκκλησιαστικά είδη, μανουάλια, καντήλια κλπ.. Αμέσως μετά, ξεκινά πάντα η εκπομπή. Δύο ολόκληρες ώρες. Αυτή η μονότονη γλυκερή φωνή, κάθε μέρα για δύο ώρες. Θα μπορούσα να είμαι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που ακούει μια εκπομπή με τα μάτια κλειστά. Καμία διαφορά.  
Έτσι θα το πάω, ως το τέλος. Να περάσει η ώρα. Στα ενδιάμεσα μπορώ να βυθίζω και τα ημικύκλια των νυχιών μου στο προστατευτικό νάυλον πάνω απ’ το τραπεζομάντιλο και, για λίγο έστω, ν’ αφήνω τα αποτυπώματά μου, μέχρι να επανέλθει το πλαστικό.
Δόξα σοι ο Θεός ημών.      

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

ΟΝΕΙΡΩΔΕΣ

Είναι όμορφη η Θεσσαλονίκη αρχές Σεπτέμβρη.
Ενώνεται με την Ισταμπούλ.
Πρέπει όμως να πάρεις το τρένο το αργό απ' την Αθήνα
για να πας.
Στα μαύρα του καθίσματα αν προσέξεις, υπάρχουν πάνω ανάγλυφες παραστάσεις με γυναίκες του μεσαίωνα κλεισμένες μες στα σπίτια τους να υποφέρουν από δυσμηνόρροια.
Φτάνεις μετά από δέκα περίπου ώρες, ο σταθμάρχης ευχαριστεί τον κάθε επιβάτη χωριστά και του χαρίζει από ένα καπέλο που' χει πάνω
έναν αητό.
Αρχίζεις να περπατάς και τα χρώματα είναι τόσο μουντά
που θυμάσαι όλους σου τους παλιούς συμμαθητές.
Μέσα στη θάλασσα που κολυμπάς κατόπιν με τα ρούχα, υπάρχει πάντα ανοιχτός, ένας ναός.
Μπες.
.-

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΤΙ ΟΡΙΣΜΟΥ
Συμβουλή είναι κάτι που δίνουμε όταν έχουμε βιώσει μια κατάσταση που ξεκίνησε ηδονικά και τέλειωσε
επώδυνα.
Και τη δίνουμε αφειδώς, γιατί μια μνησίκακη νοσταλγία μέσα μας, μάς κάνει να μην θέλουμε να βιώσουν κι οι άλλοι,
όχι τόσο το δεύτερο σκέλος της εμπειρίας μας, το επώδυνο, μα το πρώτο, το ηδονικό.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ


Είναι μεσημέρι.
Στο αστικό λεωφορείο Α που πραγματοποιεί τη διαδρομή από τη συνοικία Β στη συνοικία Γ της πόλης Δ, βρίσκεται και ο Ε. Ρίχνει γύρω του λοξές ματιές από σκουριασμένο ξυράφι. Ένα τρέμουλο τον διαπερνά κατά διαστήματα. Και οι οκτώ ενώσεις των δαχτύλων του ιδρωμένες. Πρόσωπο αποχρωματισμένο. Στόμα γραμμή. Ντελίριο.
Οι συνεπιβάτες του δεν αντιλαμβάνονται το παραμικρό τι. Έχουν όλοι ανεξαιρέτως αυτό το βλέμμα το λεωφορειακό. Το της διεκπεραίωσης. Με ένα αδιόρατο ίχνος κούρασης μα και ικανοποίησης που η μέρα τους τελείωσε χωρίς απρόοπτα και η μεταφορά τους εκτελείται κανονικά.
Ο Ε όσο περνά η ώρα, χειροτερεύει. Τα δέντρα, τα κτήρια, οι γέφυρες, οι φωτεινοί σηματοδότες, τα οχήματα, οι μονολεκτικές αφίσες εκείνης της οργάνωσης, οι λωρίδες κυκλοφορίας, όλα όσα πατά ή προσπερνά το λεωφορείο Α κατά την πορεία του, φαντάζουν φρενιασμένα. Κάνει να πλησιάσει προς την μεσαία θύρα εξόδου του λεωφορείου δίνοντας την εντύπωση ότι θα αποβιβασθεί, μα γυρίζει ξανά στη θέση του πισωπατώντας. Τα χέρια του γραπωμένα μόνιμα στο σίδερο στήριξης που βρίσκεται στα δεξιά του, έχουν γίνει μπλε. Ξανακάθεται. Δαγκώνει τη γλώσσα του να βεβαιωθεί ότι είναι εκεί. Βλέπει τις χειρολαβές να εκτελούν την τροχιά του εκκρεμούς και βλέπει το τέλος.
Στην επόμενη στάση, μπουκάρουν δυο κύριοι: ο Ζ και ο Η. Χαρακτηριστική μπλε στολή, χαρακτηριστικό καρτελάκι στο μέρος της καρδιάς. Ο έλεγχος των εισιτηρίων ξεκινά ταυτόχρονα από τις δύο άκρες του λεωφορείου με κατεύθυνση προς το κέντρο του. Παρατηρώ τον Ε επί τούτου. Είναι σε απόγνωση. Κοιτά σαν με μάτια δανεικά, χωρίς να αναγνωρίζει. Οι ελεγκτές βρίσκονται ήδη από πάνω του. Τα κουμπιά της στολής τους σχεδόν αγγίζουν τα τσίνορά του. Σηκώνεται όρθιος και κρατά το μέτωπό του. Οι Ζ και Η είναι ευγενείς μαζί του. Τους ακολουθεί σχεδόν ανακουφισμένος έξω από το λεωφορείο. Ταυτόχρονα, βγαίνω κι εγώ, από την πίσω πόρτα. Πλησιάζω με κάποια προφύλαξη την τριάδα. Ο Ε ψελλίζει συνέχεια την αρχή μιας φράσης που έχει ως εξής «Εγώ δεν……..».
            Την επομένη διεξάγεται η δίκη. Είμαστε στην αίθουσα του ακροατηρίου με τον Ε απ’ το πρωί. Ανεβαίνουν στην έδρα οι δικαστές, κάνω νεύμα στον Ε να εγερθεί. Δεν έχω καλέσει κανέναν μάρτυρα: θα καταθέσω  ίδια. Ο Ε αντιμετωπίζει την κατηγορία της εκ προθέσεως, επανειλημμένης και καθ’ έξη μη καταβολής του αντιτίμου μεταφοράς, μολονότι κάνει καθημερινή χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς. Ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία. Γίνονται οι απαραίτητες ερωτήσεις. Για πρώτη φορά βάζω το χέρι μου στην προστατευτική διαφάνεια του ευαγγελίου. Η ακρόαση ολοκληρώνεται. Ο εισαγγελέας προτείνει την καταδίκη του Ε όπως κατηγορείται.
            Ξεκινάω την αγόρευσή μου χωρίς να με ακούω.
            Από το γενικό, στο ειδικό, και πάλι πίσω στο γενικό. Πλέκω και ξεπλέκω την κοτσίδα.
           Αρχίζω από το γεγονός ότι τα μέσα μαζικής μεταφοράς προορίζονται για να μεταφέρουν τους επιβάτες που θέλουν να μεταφερθούν από έναν τόπο σε έναν άλλον τόπο. Από συγκεκριμένο τόπο σε συγκεκριμένο τόπο. Συνεπώς και εξ αντιδιαστολής, άνθρωποι που τα χρησιμοποιούν, χωρίς να τους απασχολεί ο προορισμός, χωρίς να επιθυμούν να μεταφερθούν κάπου συγκεκριμένα, θα πρέπει να εξαιρούνται της υποχρεώσεώς τους να καταβάλλουν το αντίτιμο του εισιτηρίου. Τέτοιες περιπτώσεις ενδεικτικά, θα μπορούσαν ίσως να αποτελούν άνθρωποι οι οποίοι καταφεύγουν σε ένα μέσο μεταφοράς για να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους και τις σκέψεις τους, οι καλλιτέχνες ενδεχομένως, που συχνά επιβιβάζονται σε τρένα ή πλοία, μόνον και μόνον για την έμπνευση ή για να γλιτώσουν από μια καταδίωξη: αυτή των δαιμόνων τους. Σίγουρα πάντως, στις εξαιρέσεις της υποχρέωσης πληρωμής της καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταφοράς, θα έπρεπε να συγκαταλεχθούν οι άνθρωποι οι οποίοι πάσχουν από κρίσεις πανικού και αγοραφοβία και οι οποίοι χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς ως ‘άσκηση έκθεσης’, ως θεραπεία.
        «Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι τέτοιο τις περισσότερες φορές, θα είναι δύσκολο να κριθεί, να διαπιστωθεί και να αποδειχθεί στην πράξη. Ακόμη δηλαδή και αν θεσμοθετούνταν η εν λόγω κατ’ εμέ δικαιότατη εξαίρεση, θα ήταν πάντα προς απόδειξη το ποιος και υπό ποιες συνθήκες όντως χρησιμοποιεί το μέσο μεταφοράς, όχι για τον σκοπό για τον όποιον προορίζεται, αλλά για κάποιον άλλο λόγο, είτε μεταξύ των προαναφερθέντων, είτε για κάποιον σκοπό, που όμως εκφεύγει της στρίκτο σένσου λειτουργίας και σκοπιμότητας των μέσων μαζικής μεταφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση ωστόσο, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών που θα επέσυρε τυχόν ψευδής μαρτυρία μου, κατέθεσα ενόρκως ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος και εντολέας μου, ο Ε, χθες, 43 του μηνός του τρέχοντος έτους και εντός του λεωφορείου Α, το οποίο εκτελούσε τη διαδρομή από τη συνοικία Β στη συνοικία Γ, πρόδηλα, υπέβαλλε τον εαυτό του σε μία δοκιμασία. Μία δοκιμασία, επιβεβλημένη από την ανάγκη να επανενταχθεί στον κόσμο. Έναν κόσμο που σε αποβάλλει αν δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις με άνεση το λεωφορείο».
            Ο Ε αθωώθηκε παμψηφεί.
            Δεν με χαιρέτησε καν.
Πήδηξε στο πρώτο λεωφορείο, ακύρωσε εισιτήριο και έπιασε θέση παράθυρο να χαζεύει έξω. Με ηδονή ανάπνεε τη σκόνη απ’ το κιτρινισμένο κουρτινάκι.
            Εγώ από τότε, μόνη μου στα παγκάκια των δικαστηρίων, καπνίζω ένα τσιγάρο.
             

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

φροϋδισμός
Απ' την κακοκαιρία κόπηκε το
ρεύμα.
Τα δάχτυλά μου
... κρέμονται
σαν τσακισμένα κλαδιά ενός
φοίνικα
που φύτρωσε ξαφνικά στη μέση του σαλονιού.
Δεν είμαι πια κοριτσάκι να
μου λες
πως δεν υπάρχει ύλη.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΣ


Κάπου στο κέντρο του κρεβατιού μου, υπάρχει μια μαύρη τρύπα που οδηγεί στο μεσαίωνα.
Αν πέσεις μέσα, συναντάς υπερήλικες νομικούς με μαύρες τηβέννους να δουλεύουν νυχθημερόν σε ψηλοτάβανες βιβλιοθήκες.
Πλάι σ' ένα κερί, προσπαθούν να επαναφέρουν καταργημένους κώδικες και ψηφίσματα που έκαναν επί αιώνες τον κόσμο σκυθρωπό.