Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012


record

Από κείνο το βράδυ υπάρχει ένα βιντεάκι. Διάρκεια τρία λεπτά και σαράντα έξι δευτερόλεπτα. Η λήψη έγινε με κάμερα κινητού τηλεφώνου, κοριτσίστικου, από αυτά που τούς κρεμόταν ένα στρογγυλό αρκουδάκι.
Αφήστε με να σας πω την ιστορία.
Τα φωτάκια της πόλης στην οθόνη του κινητού διαγράφουν ωοειδείς τροχιές, καθώς το βιντεάκι ξαναπαίζει.
Αφήστε με να σας την πω.
Κατά μήκος της όχθης του ποταμού, υπήρχε υπαίθριο παζάρι μεταχειρισμένων βιβλίων. Οι πωλητές μάς κοιτούσαν με μάτια στο χρώμα του μπουκαλιού κι εμείς γελούσαμε και παριστάναμε πως ξεφυλλίζαμε. Με το ένα χέρι, γιατί στο άλλο: παγωτό. To μαντήλι γύρω απ’ το λαιμό μου μύριζε πικραμύγδαλο.
Ήταν ήδη αργά μα μόλις σουρούπωνε, όταν πλησιάζαμε πια στη γέφυρα.
Υπάρχει ένα βιντεάκι από κείνο το βράδυ, τρεμάμενο. Με τον Τάμεση χυμένα χιλιόμετρα μαύρου αλουμινόχαρτου ανάμεσα στα σπίτια, τα πάρκα και τ’ αγάλματα. Ανάμεσα πριν και μετά.
Περπατούσαμε, κι εμένα το έδαφος ανασήκωνε κάθε μου βήμα σα να πάταγα σε στρώμα, το μεδούλι μου παλλόταν και οι άκρες του στήθους μου τεντωμένες κεραίες, ερεθισμένες από ελευθερία.
Τα γέλια έφεραν λόξυγγα κι ο λόξυγγας τραγούδι. Μπέσαμε. Μπέσαμε μούτσο. Κόμο σι φουέρε έστα νότσε λα ούλτιμα βεθ.
Ο σαξοφωνίστας στην αρχή της γέφυρας, ταπεινότρελος, με γόνατα ελαφρώς λυγισμένα και τη ράχη κυρτή, φαίνεται καθαρά στο βίντεο, μέχρι τη στιγμή που το αρκουδάκι ξεγλιστράει κι αρχίζει να παριστάνει το εκκρεμές, διαγράφοντας τροχιά ημικυκλίου με κέντρο τη μύτη του τύπου.
Πρώτο βήμα πάνω στη γέφυρα και δεν υπάρχει επιστροφή.
Θα μπορούσε να είναι η γέφυρα του Μπρούκλυν, του Γοργοποτάμου, της Βαβυλώνας, των Στεναγμών, του Ρίου- Αντιρρίου. Οποιαδήποτε γέφυρα υπάρχει ή δεν υπάρχει πια, δημιουργεί την αίσθηση της ταλάντωσης. Μετεωρισμός ή αυθυποβολή, δεν ξέρω, πάντως θυμάμαι καθαρά το αίμα μου εκείνο το βράδυ στο Λονδίνο, να έχει ξεπεράσει το σημείο βρασμού. Αίμα εκκωφαντικό, πόροι ανοιχτοί σαν μπουκαπόρτες πλοίων, έτοιμων να φορτώσουν και να φύγουν.
Υπάρχει ένα ερασιτεχνικό βιντεάκι από κείνο το βράδυ της μετάβασης. Πέρασα απέναντι αβρόχοις ποσίν, μα η μπαταρία του κινητού στο σημείο αυτό σώθηκε.
Από τότε δεν ξαναγόρασα παγωτό από καντίνα-τροχόσπιτο με λαμπιόνια κόκκινα, η καρδιά μου δεν ξαναβγήκε έξω από το φανελάκι και τα πόδια μου είναι μονίμως μούσκεμα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου