Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Μαλανδρίνο

65 χρονώ υπό
επιτήρηση
λιόβεργες καίω
με το ίδιο τούτο χέρι
που ένα άλλο απ' τη μασχάλη
έκοψε
με ξίφος σαμουράι.
Ο δεσμοφύλακας,
... που έχω τα τριπλά του χρόνια,
αρχίζει να χάνει την υπομονή του.
Δεν ξέρει πως η ελιά αργεί
να γίνει στάχτη
πόσο μάλλον, πως ο μονόχειρας βασανιστής
της κόρης μου
δεν ήτανε κακό παιδί.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Οι μίσθαρνοι

Αφού πούλησαν τη μάνα τους
στο παζάρι
κι- ως μεταχειρισμένη-
δεν έπιασε πολλά λεφτά
ήρθαν εκνευρισμένοι ενώ κοιμόμουν
να
ροκανίσουν το αυτί μου.
Στην αρχή γαργαλιόμουν
... μα έπειτα άρχισε να με καίει
το πτερύγιό μου άρχισε να καίει
όσο μειωνόταν η σπείρα του από τραγανό.
Και καθώς ποτέ μου δεν φωνάζω
μόνο προσβάλλω απαίσια
εκείνοι εξοργίστηκαν και προχώρησαν στα μάτια και
στα μάγουλα
κι εγώ μπουκωμένη αίμα
τους είπα πως
πέθαναν οι μεσάζοντες
και πως καριέρα άλλη θα’ πρεπε να ζητήσουν
ίσως σε μια χωματερή, μα κάτω από το χώμα
κι εκείνοι πια λυσσώντας
τη γλώσσα με τα δόντια μού ξερίζωσαν
κι εγώ βήχοντας και πνιγμένη
τέντωσα τα μεσαία δάχτυλα και των δυονών χεριών μου
κι εκείνοι μου τα έφαγαν
βαθιά προσβεβλημένοι
καθώς ποτέ μου δεν φωνάζω
μόνο προσβάλλω απαίσια.
See More

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

marital status

περνώντας απ' το γιαπί
αγνόησε τα πολωνικά πειράγματα και
πήρε
που της πρόσφεραν
το μπουκέτο σιδερόβεργες
έμενε τώρα να τοποθετήσει το χαρτί
υγείας
πίσω της ακριβώς
να στερεώσει την άκρη του στα μαλλιά της
μ' ένα μεταλλικό τσιμπιδάκι
κι έπειτα ν' αρχίσει να περπατά
και άρχισε να περπατά
με το πέπλο της να ξετυλίγεται
ξιπόλυτη πάνω στη διαχωριστική
κι έφτασε στην Πύλη του Αδριανού και το πέπλο ήταν ακόμα
στη Συγγρού
κι έφτασε στον Άγνωστο Στρατιώτη και το πέπλο ήταν ακόμα
στην Πύλη του Αδριανού
κι έφτασε στο Οφθαλμιατρείο και το πέπλο ήταν ακόμα
στον Άγνωστο Στρατιώτη
έχοντας για ουρά το χαρτονένιο κύλινδρο
πάνω στα ρύζια πατώντας απ' τις σπασμένες τράπεζες

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012


ΠΕΡΑΜΑ

όταν
Σ’ ένα διάλειμμα της ηχογράφησης μου’ πες
πως κουνιούνται και πρήζονται τα μέσα σου για μένα
έκανες ν’ αγγίξεις το πουλόβερ μου
το μωρό σου τσίριξε σα σαΐτα από τον κάτω όροφο
κι εγώ προφασίστηκα πως έπρεπε να ταΐσω το μυρμήγκι μου
Καβαλήσαμε τότε τη μηχανή σου και πλέαμε αλήτικα απέναντι απ’ τη σαλαμίνα
Είκοσι τυραννικά ολόκληρα λεπτά μέχρι να φτάσουμε στον ηλεκτρικό
Μύριζα τη δυσωδία από το ψέμα των μαλλιών σου

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012


Nedrigailivska

Όταν άρχισε να βρέχει βότκα
H ομπρέλα έσπασε
Δεν μπήκα κάτω απ’
Το υπόστεγο
Έβγαλα τα ρούχα, το δέρμα
Τα μαλλιά μου
Και ξαπλώθηκα
Από πάνω έσταζαν τα συρματοπλέγματα
Και θυμήθηκα
Ένα μήνα πριν, δεν ήμουν εγώ
Οπότε άφησα την άσφαλτο να μπαίνει στο κρέας μου
Και αποφάσισα να κάνω γουνεμπόριο στη Σιβηρία
Θα’ φευγα μια γούνα φορώντας κι άλλη μια μες στη βαλίτσα
Μπίζνα άλλη για μένα δεν υπήρχε καμία

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012


Grinder

Δεν είναι δυνατόν…πώς θα μιλήσω τώρα…πώς θα τους το πω; Πώς θα τους πω ότι θέλω επειγόντως λίγο νερό; Πώς θα το πω…Στη γλώσσα μου έχουν φυτρώσει τρίχες, έχω ένα ολόκληρο πουλόβερ στη γλώσσα μου…πώς θα πω στους συγκατοίκους μου ότι χρειάζομαι νερό; Ότι μάλλιασε η γλώσσα μου και μου γαργαλά τον ουρανίσκο; Μήπως αν έβγαζα κραυγές; Μήπως αν δοκίμαζα με κραυγές και νοήματα; Αυτό είναι! Φωνάζω και δείχνω το μάλλινο στόμα μου! Δεν μ’ ακούει κανείς. Ούτε με βλέπει. Γελάνε και κυλιούνται, κάτω, στο πάτωμα από αμίαντο. Γελάνε και κάτι δείχνουν στο κενό, κρατάνε την κοιλιά τους απ’ τα γέλια. Θέλω να τους σκοτώσω. Αν άναβα το φως; Αν άναβα το φως και βλέπανε τις τρίχες στη γλώσσα μου; Μήπως τότε σταματούσαν; Μήπως καταλάβαιναν ότι δεν μπορώ να μιλήσω κι ότι χρειάζομαι νερό; Αυτό θα κάνω, ναι! Λίγο ακόμη και τον φτάνω το διακόπτη. Αρχίζω πάλι να φωνάζω, αυτή τη φορά με φως αλλά χωρίς καμία διαφορά, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Φωνάζω μέσα από μία μπουρού. Χωρίς σύμφωνα. Με την ελληνική μου γλώσσα γεμάτη τρίχες. Οι υπόλοιποι σταθερά στα πατώματα, να κρώζουν, να γελούν, να κλαίνε από τα γέλια. Βγάζω έξω τη γλώσσα μου να δουν την τριχοφυΐα της, το μαύρο της δάσος. Τίποτα. Κάποια στιγμή, το πρόσεξε κάποιος, κι έπαψε να δείχνει το κενό. Άρχισε να δείχνει εμένα. Ανακουφίστηκα. Πού να φανταστώ ότι με έδειχνε κι ότι δευτερόλεπτα μόλις μετά, θα γελούσε, αυτή τη φορά με το δικό μου θέαμα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι το τόσο αστείο είχε μια γλώσσα με μαλλιά. Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει μα έχει μαλλιά. Μπορεί αυτό να σκέφτηκε και να γελούσε. Σε λίγο μαζεύτηκαν όλοι από πάνω μου σα χειρουργοί κι εγώ τους έδειχνα τη γλώσσα μου που εκτός από μαλλιαρή είχε μακρύνει κι η άκρη της είχε γίνει ποντερή. Μα εκείνοι μιλούσαν άλλη γλώσσα και ξαφνικά σοβάρεψαν. Κάποιος σύρθηκε ως την κουζίνα και επιτέλους μου έφερε νερό. Η γλώσσα μου ήταν αρκετά μακριά ώστε να μπορέσω να πιω άνετα μέσ’ απ’ τον κόκκινο κουβά του σφουγγαρίσματος. Έπινα, έπινα το σάπιο νερό, έπινα και δεν ξεδιψούσα. Αλλά η γλώσσα μου…η γλώσσα μου. Η εικόνα του Άη- Γιώργη στην κρεβατοκάμαρα της γιαγιάς μου. Ο Άη- Γιώργης χώνει το δόρυ του στη μακριά γλώσσα του θεριού.  Αν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, ίσως πήγαινα σε λίγο στον καθρέφτη του μπάνιου, να τη βγάλω έξω και να δω. Αλλά ποιος πήγαινε ως το μπάνιο; Μόνο αν ήμουν το θεριό. Τα γέλια ακούγονταν και πάλι, πιο δυνατά, πιο μπερδεμένα, σαν μέσα από κλιμακοστάσιο. Δεν ήξερα τι να κάνω το κεφάλι μου. Αποφάσισα να δοκιμάσω να πάω στο μπάνιο. Έπεσα λοιπόν στα τέσσερα κι άρχισα: ίδιο χέρι, ίδιο πόδι. Σαν καμήλα. Οι συγκάτοικοι κάποια στιγμή με πήραν είδηση κι άρχισαν να χτυπούν με τις ανοιχτές παλάμες τους τον αμίαντο απ’ τα γέλια. Δεν καταλάβαινα προς τι. Εκείνοι δεν πήγαιναν ποτέ στο μπάνιο; Φοβήθηκα ότι κάποιος μπορεί να καθόταν στη θέση ανάμεσα στις καμπούρες μου. Με ακολούθησε η συγκάτοικος που ήταν η λιγότερο τρομακτική. Έξω από την κλειστή πόρτα του μπάνιου, τεντωνόμουν να φτάσω το πόμολο. Σαν χιμπατζής αυτή τη φορά, πρώτα με το ένα, μετά με το άλλο χέρι, προσπαθούσα να κρεμαστώ απ’ το κρύο μέταλλο λες κι ήτανε μπανάνα. Μάταια. Η λιγότερο τρομακτική συγκάτοικος στεκόταν ώρα πολλή από πάνω μου. Ίσως να πέρασαν δύο ή τρείς ώρες προτού κάνει την κίνηση. Στο τέλος άνοιξε την πόρτα, μα δεν άναψε το φως. Ούρλιαζα ότι ήθελα το φως. Στη γλώσσα μου. Ήμουν η μητέρα μου. Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ήμουν η μητέρα μου. Με το γωνιώδες πρόσωπό της, τα λεπτά της φρύδια, τα πυκνά μαλλιά. Την ελαφρά ειρωνεία στην ένωση των χειλιών. Κρατούσα το νιπτήρα κι ήμουν ακόμη η μάνα μου. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Η μάνα μου. Το περίγραμμα του καθρέφτη ήταν η κορνίζα της φωτογραφίας της που ήμουν εγώ. Άρχισα να τρέμω. Το θέμα δεν ήταν η γλώσσα μου ήταν η μάνα μου. Θέλησα να κάνω την ανάγκη μου. Κατεπειγόντως έπρεπε να κάνω την ανάγκη μου. Πώς θα μπορούσα ν’ αντέξω μέχρι να κατεβάσω το παντελόνι μου; Παίρνει συνήθως βδομάδες ίσως και μήνες να ξεκουμπωθεί ένα παντελόνι. Κι έπειτα; Έπειτα, πώς θα καθόμουν στη λεκάνη της τουαλέτας χωρίς ζώνη ασφαλείας; Αυτή η σβούρα μέσα μου φταίει για όλα, αυτή η σβούρα, που περιστρέφεται με το δικό της ιλιγγιώδη ρυθμό. Έξω όλα σέρνονται και αργούν και μέσα μου δεν προλαβαίνω. Αρχίζω να χτυπάω την πεντάνοιχτη πόρτα της τουαλέτας. Δεν ανοίγει κανείς. Κανείς δεν θα μου κατεβάσει το παντελόνι ούτε θα μου φορέσει τη ζώνη ασφαλείας. Όλα μόνη μου. Πάντα μόνη μου. Είμαι η μάνα μου και είμαι μόνη μου και κατουριέμαι και δεν έχω κανέναν να μου κατεβάσει το παντελόνι ή να μου φορέσει τη ζώνη ασφαλείας. Σηκώνω το πεσμένο κεφάλι της μάνας μου και τους βλέπω, όλους συνωστισμένους σα ρέγγες στην είσοδο της τουαλέτας να με κοιτούν. Κι αδράχνω την ευκαιρία: “Guuuuuyyyyyyyyyyzzzzzzz! The seat belt! The seat belt, please! Will you fasten my seat belt?” Κι ήταν τότε που άκουσα ανάμεσα στα γέλια του κλιμακοστασίου και τη δευτέρα παρουσία που γινόταν μέσα μου… Ήταν τότε που άκουσα τον πιο έμπειρο από τους συγκατοίκους, τον μεξικανό, να λέει κουνώντας πάνω κάτω το κίτρινο πρόσωπό του: «the grinder…»…Αυτό ήταν. Ο μύλος. Ο μύλος δεν είχε αλέσει καλά το χόρτο κι έτσι το φάγαμε αμάσητο.      

   

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

INSOMNIA ή βρίθω ή ιεροτελεστία της άνοιξης


Αυτό το τσιγάρο που καπνίζω
Όρθια
τούτη τη στιγμή μπροστά στη μπαλκονόπορτα αντί να κοιμάμαι
τη θλίψη που νιώθω για τις δαχτυλιές στο τζάμι που με κρατάει μέσα
την παρακολούθηση της περιφέρειας του κύκλου από υδρατμό που σχηματίζεται πάνω του σε κάθε μου εκπνοή (ανάλογα με τη διάρκεια της εκπνοής, ο κύκλος μικραίνει ή μεγαλώνει)
τη νοερή μου κυκλοφορία με μαύρο μίνι στις λεωφόρους της χώρας που αποτελεί την κολομβιανή ανακάλυψη
το σπασμό που νιώθω στιγμιαία στο υπογάστριό μου τ’ απογεύματα, εκείνο το τακ, σταυρώνω τα πόδια για να τον νιώσω καλύτερα κι εκείνος επαναλαμβάνεται πιο δυνατός, τακ τακ
το ότι φλέγομαι αντί να είμαι τυπική
το ότι χώνω τα δάχτυλα στο χώμα των λουλουδιών μου για να πω στις ρίζες τους την καλημέρα
το ότι θυμάμαι πολύ καλά κείνο το βράδυ που μπούκαρα στο μπαρ με τις βαλίτσες
τις κεραίες των τηλεοράσεων που μου κάνουν για ουράνιες τρίαινες
το ότι δεν θέλω προβολείς στο στήθος μου γιατί τα δυο μου στήθη είναι αυτά οι προβολείς
εκείνο το πορτοκάλι που κόβω εγκάρσια και είναι ο λόγος μου
τις φερράρι του κόσμου που καθρεφτίζονται στα νύχια μου
το ότι δεν έχω επιφυλάξεις οι επιφυλάξεις μου είμαι
τη μαεστρία μου στις ασφαλιστικές εταιρείες και στα επιμελητήρια
(στους διαδρόμους θα με δεις να χορεύω ότσο παρά ατράς- ότσο παρ’ αντελάντε)
το τρέμουλο και το σφυγμό μου πριν γεννηθεί μια ακόμα σκέψη για τον Στραβίνσκυ
τα δάχτυλά μου που μετράω ξανά και ξανά στο σάμπγουεη μέχρι να’ ρθει το μετρό (εκείνος ο τύπος στην απέναντι αποβάθρα με κοιτάει και μου δείχνει συνέχεια εκεί)
το ότι η δύναμή μου ισούται με το τετράγωνο της δύναμης του αέρα που θα’ κανε σκόνη ένα διαμάντι
όλα αυτά
δεν τα οφείλω
σε σένα
μα στον άντρα που κοιμάται ήσυχα με μια σταγόνα σάλιο να' χει κυλήσει και να τον γλείφει κι εγώ σηκώνομαι από δίπλα του και
Όρθια
τούτη τη στιγμή μπροστά στη μπαλκονόπορτα αντί να κοιμάμαι
καπνίζω ένα τσιγάρο



Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Die Verwandlung
Έστω ότι για κάποιον αδιανόητο λόγο προσπαθήσεις να μεταμορφώσεις κάποιον σε κάτι
που δεν είναι:
εκείνος,
με την πρώτη ευκαιρία,
θα επαναστατήσει, θα διαφύγει και θα ολισθήσει σ' αυτό που ήταν και μάλιστα στην τραχύτερή του μορφή: και, μεταξύ μας,
καλά θα κάνει.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Ο ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΣ

Ανεβαίνοντας την Ακαδημίας, τον είδα να λιάζεται όπως πάντα στη μαρμάρινη πολυθρόνα του, σταυροπόδι, και με την τσάκιση του παντελονιού του στην εντέλεια. Για τέντες είχε τα δυο του φρύδια. Το κεφάλι του ελαφρά κεκλιμένο αριστερά κι η ανάστροφη της παλάμης του να κρατάει κόντρα στον κρόταφό του. Άντρας παλιάς κοπής.
Μόλις έφτασα ακριβώς μπροστά του, μου λέει με το σίγμα του που είναι λες και περνά μέσ’ από πευκοβελόνες: «Έχεις ένα τσιγάρο;», «κάνω καπνό», του λέω, «δεν πειράζει», απάντησε, «αρκεί να μου στρίψεις».
Του έφτιαξα ένα τσιγάρο όπως του αρέσει, με μπόλικο καπνό και όχι πολύ σφιχτό, να το ευχαριστηθεί, και του το έβαλα στο στόμα. Το άναψα, κι εκείνος ρούφηξε τη νικοτίνη ως τα νύχια.
«Βαριέμαι», μου λέει, εκπνέοντας δυο στήλες πυκνό καπνό απ’ τα ρουθούνια. «Δε φαντάζεσαι πόσο βαριέμαι. Πού’ ν’ οι εποχές που κάναμε τις πλάκες μας; Μετά τις λόγιες συναντήσεις με τους άλλους, τότε άρχιζε το πανηγύρι. Βόλτες με τα πόδια απ’ τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη, ξεφωνίζοντας και κλωτσώντας ένα τενεκεδάκι. Δεν ξέρω, σου ακούγομαι γραφικός;»
«Όχι ρε παιδί μου», του λέω, «τι γραφικός».
«Καλημέρα, Κωστή!», μας διέκοψε ένας περαστικός. Ο Κωστής ένευσε ράθυμα με το κεφάλι του.
«Κάθομαι τώρα εδώ, μετράω τις τρίχες απ’ το μούσι μου και προσθέτω τα νούμερα απ’ τις πινακίδες των αυτοκινήτων: αν το άθροισμα βγει ζυγό, σκούρα τα πράματα. Αν βγει μονό, θα πάει καλά η μέρα. Μια προκατάληψη είναι που την έχω από παιδί. Εσύ, πώς τα πας; Κάνα νέο;»
«Τίποτα, μια απ’ τα ίδια κι εγώ. Περιμένω να μου πέσουν τα δόντια!»
Γελάσαμε κι οι δύο βροντερά. Τον πλησίασα, του’ κανα ένα φιλικό κεφαλοκλίδωμα και τον χτύπησα μετά στην πλάτη.
«Άστ’ αυτά και λέγε», συνέχισε, «κανένα νέο; Καμιά γυναίκα εννοώ, δε με νοιάζει η οδοντοστοιχία σου!»
«Ποια γυναίκα βρε Κωστή, ποια γυναίκα. Το ρεύμα φοβάμαι μη μου κόψουν. Δεν έχω μυαλό για έρωτες».
«Δεν σε καταλαβαίνω ώρες ώρες, τι να το κάνεις το ρεύμα; Υπάρχει ο ήλιος, το φεγγάρι, το κερί- ένα κι ένα για τον έρωτα», είπε και στο στόμα του διαγράφηκε ένα τριγωνικό χαμόγελο.
«Λες;»
«Βρε άκου που σου λέω! Στρίψε μου άλλο ένα!» είπε κι έκανε μια κίνηση προς τα εμπρός με το σαγόνι που αν την προέκτεινες, θα κατέληγε ακριβώς στο σακουλάκι με το ταμπάκο.
Έστριψα και το δεύτερο, του το’ βαλα στο στόμα, το άναψα.
«Δε μου λες», του λέω, «να σου σβήσω αυτό το ‘ΒΙΑ ΟΧΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ’»;
«Να’ τ’ αφήσεις εκεί που είναι! Εκτός του ότι θυμίζει δελφικό χρησμό, σπάσει και την ασπρίλα!»
«Όπως νομίζεις, Κωστή!..όπως νομίζεις», είπα, τον χαιρέτησα και κίνησα να φύγω.
Εκείνος δε μου απάντησε. Αντ’ αυτού άρχισε να μουρμουρίζει, ανάμεσα στις κόρνες των αυτοκινήτων και στις σειρήνες των ασθενοφόρων, με το σίγμα του που είναι λες και περνά μέσ’ από πευκοβελόνες:   
«Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι. Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας, πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας, εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης, του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης και με το καριοφίλι μου και με…»…

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012


autrefois aquit/ double jeopardy/ ne bis in idem

Έξωση ενοίκου άνω ορόφου.
Άστεγος ξαπλώνει κάθετα στο ύψος της Μαντζάρου 6.

Οι δικαστικοί επιμελητές του λένε να κάνει γρήγορα.
Ο άστεγος τεντώνει κι άλλο τα πόδια του και κλείνει το πέρασμα.

Οι δικαστικοί επιμελητές ελέγχουν τους κρίκους απ’ τις πετσέτες να βεβαιωθούν ότι είναι στη θέση τους.
Ο άστεγος ψάχνει με τα νύχια στο ταγάρι του τα υπολείμματα ενός προχθεσινού σάντουϊτς.

Οι δικαστικοί επιμελητές φωνάζουν στο σκύλο του ενοίκου που κοιτάει τις κούτες του αφεντικού του και κλαίει.
Ο άστεγος τρώει τα υπολείμματα μέσ’ απ’ το ταγάρι.

Ο ένοικος φεύγει με τις λιγοστές κούτες, το σκύλο και τους δικαστικούς επιμελητές in custody.
Ο άστεγος στηρίζεται με τις εμπριμέ παλάμες του στο πλακόστρωτο.

Ο ένοικος φεύγοντας ξεχνάει ότι του’ χε πέσει μια κουβέρτα στην κουπαστή του μπαλκονιού μου.
Ο άστεγος μουρμουράει.

Του’ χε πέσει μια μέρα στο τίναγμα.
Ο άστεγος ενοχλεί τις κυρίες που ανεβαίνουν προς τη Σκουφά και αναγκάζονται με τα τακούνια τους να τον παρακάμψουν.

Βγαίνω στο μπαλκόνι και τη μαζεύω. Τη δίνω στον άστεγο. Ο άστεγος με αποπαίρνει. Πού τη βρήκα αυτή; Αυτή είναι η κουβέρτα του. Μη νομίζω ότι του έκανα και χάρη.


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012


Με αφορμή κι αιτία τα χιόνια στο Κιλιμάντζαρο

Σαν ένας άντρας
-με ποιόν κυνηγού-
καταλήξει με γυναίκα πιότερο κυνηγό απ’ τον ίδιο
θα κάνει καλά να πιάσει μι’ αναπαυτική αιώρα στην Αφρική
κι εκεί όπως θα’ ναι
-πλαδαρός και ιδρωμένος-
ν’ ακούει τις ύαινες της θύμησης
της γυναίκας της ζωής του που δεν ήξερε από φυσίγγια
και που νόμιζε ότι της είχε πάρει τον αέρα.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΙΑ

Ήμουν έγκυος στο μήνα μου.
Κοίταξα τα μπούτια μου έν’ απόγευμα κι ήταν σαν πυλώνες της ΔΕΗ που στέκονται όρθιοι μες στη μπόρα.
Γέννησα μόνη μου στο δωμάτιο με τα πλακάκια.
Το αποκύημα ήταν ένα μικρό γαλάζιο σπουργίτι με πλαστικά μάτια. Οβάλ.
Πίεσα το στήθος μου να το ταΐσω κι εκείνο έβγαλε φρουτόκρεμα. Το μωρό μου τη ρούφηξε με τα τρίγωνα χειλάκια του κι αποκοιμήθηκε δίπλα μου. Έφερα κοντά ένα ρεσώ να το ζεσταίνει.
Με πήρε κι εμένα ο ύπνος μαζί του, χωρίς όνειρα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το φτέρωμά του ήδη καιγόταν από ώρα. Το άρπαξα και το’ βαλα μάταια κάτω απ’ τη βρύση. Τα πλαστικά του μάτια με κοιτούσαν μες στα μάτια.
Ανακουφίστηκα.
Δεν θα χρειαζόταν να πω σε κανέναν πως είχα γεννήσει ένα γαλάζιο πουλί με πλαστικά μάτια. Ούτε να δικαιολογηθώ στον άντρα που είχα πριν από ένα μήνα κοιμηθεί μαζί και απορούσε πώς το παιδί στην κοιλιά μου ήταν δικό του.    

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012


You’ re the one that my twisted heart adores

Πιστεύω στην αδιαφιλονίκητη διαιώνιση
της αδικίας
Πιστεύω
στην εκ των πραγμάτων σοβαρή έλλειψη κάθε ελπίδας
Πιστεύω στο κίνημα της πατάτας όσο και στον Άγιο
Βασίλη
Πιστεύω στην αγωνία των πυροσβεστών όταν ανασύρουν ένα νεκρό
απ’ το Μόρνο
Πιστεύω σε κάθε τι ακράδαντο αρκεί να μην το κραδαίνει
κάποιος
Πιστεύω στον ελεύθερο χρόνο που διατέθηκε για να φτιαχτεί
ένα κολλάζ
Πιστεύω ότι το σκάψιμο είναι λιγότερο ανιαρό από’ να
πάρτυ
Πιστεύω ότι δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε πιο τρομακτικό από τη Γερανίου το βράδυ
Πιστεύω στην έλλειψη λύσεων κι ο λόγος ότι προβλήματα δεν υπάρχουν
Πιστεύω συνακόλουθα στην κατάργηση όλων των γεωμετρικών σχημάτων πλην του
κύκλου
Πιστεύω στη ντροπή ενός απέταλου λουλουδιού που όλοι κοιτάμε στο σημείο
της αναπαραγωγής του
Πιστεύω ότι ο μάρτης δεν θα γδάρει γιατί θα τον γδάρω πρώτη εγώ
Και πιστεύω
Το πιστεύω ότι κατά λάθος άφησες το γκάζι ανοιχτό ενώ κοιμόμουν χθες κι
έφυγες



Κανόνες Τονισμού
μακρόν προ μακρού, οξύνεται/ μακρόν προ βραχέος, περισπάται
 
εγώ τι κάνω