Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012


έργα και ημέρες και νύχτες

Οι κουκίδες του ρολογιού χειρός δείχνουν έξι. Δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός.
Αξιώθηκα να ξυπνήσω και σήμερα. Ας κάνω το σταυρό μου. Τρεις φορές, αργά αργά. Δεν υπάρχει λόγος να βιάζομαι.
Τώρα θα σηκωθώ, στάσου, σηκώνομαι. Θα πάω τοίχο τοίχο ως το μπάνιο. Σαγρέ ο τοίχος και λεία η δίφυλλη ντουλάπα στα ακροδάχτυλά μου, ξέρω. Μετά ο ολότοιχος καθρέφτης, προσπερνάω. Έπειτα θ’ αγγίξω τη συρόμενη πόρτα με το ανάγλυφο τζάμι. Με ελάχιστη δύναμη θ’ ανοίξει προς τ’ αριστερά. Να 'μαι τώρα στο διάδρομο. Σε απόσταση αναπνοής, το πόμολο της πόρτας του μπάνιου. Ωραία.. Μπαίνω και κλείνω πίσω μου την πόρτα. Είναι απόλυτα φυσιολογικό. Οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος θα μπορούσε τώρα να είναι στο μπάνιο με κλειστή την πόρτα και θα’ ταν ακριβώς το ίδιο. Εντάξει, θα είχε το φως αναμμένο. Αλλά μόνο αυτό.
Τώρα θα μείνω στο μπάνιο, τώρα. Θα πάρω τον χρόνο μου. Δε βιάζομαι.
(Στομάχι ακουμπά στον νιπτήρα και έτσι διακόπτεται η κίνηση).
Πρώτ’ απ’ όλα θ’ ανοίξω τη βρύση, να, την ανοίγω. Νεράκι. Μυρίζει ζωή. Μου θυμίζει αμυδρά τότε που ακόμα ξεχώριζα τα χρώματα και λίγο κάποια περιγράμματα. Για να στρίψω τελείως το διακόπτη! Καταρράκτης! Για να το κάνω λίγο ποταμάκι, κάτσε να κλείσω λίγο τη βρύση. Ναι, ποταμάκι τώρα και λίγο ακόμη μπορώ να μειώσω τη ροή, έτσι. Τώρα το 'κανα ρυάκι. Με το νερό απ’ το ρυάκι θα πλυθώ. Θα πλυθώ καλά καλά. Και λίγο σαπούνι απ’ τη σαπουνοθήκη στα δεξιά. Για να το τρίψω να αφρίσει. Να μυρίζω όμορφα αν περάσουν τα εγγόνια μου και να περάσει και λίγο η ώρα έτσι.
Λιμνούλα τώρα το νερό. Οι χούφτες μου ενωμένες και το νερό μέσα τους λιμνούλα.
(Το νερό έρχεται επανειλημμένα σε επαφή με τους κρατήρες δύο ανενεργών ηφαιστείων καθώς σκύβει μέσα στη λιμνούλα).
Για κάτσε να πιω και λίγο. Ααααχχχχ ωραίο νεράκι! Κακά τα ψέματα, αυτή την αίσθηση με τον ποτήρι δεν την έχεις, είναι αλλιώς το τρεχούμενο νερό, ακόμη κι αν τρέχει μέσα από υδραυλικούς σωλήνες.
Δόξα σοι ο Θεός.
Η πετσέτα τώρα, στ’ αριστερά μας, στο ύψος της μύτης περίπου. Καλά καλά να σκουπιστώ, να κλείσω βγαίνοντας και την πόρτα.
Για να δούμε τώρα, τι ώρα πήγε. 7 παρά 10, όχι κι άσχημα. Κυλά η ώρα, κυλά ο καιρός. Υπάρχουν και χειρότερα. Ο Θεός είναι μεγάλος και ξέρει. Βαθιά ανάσα. Τώρα θα νιώσω στην καρδιά της αριστερής παλάμης μου το ξυλόγλυπτο τελείωμα της καρέκλας μου καθώς θα την τραβώ για να καθίσω. Να το. Μου αρέσει αυτή η πίεση του ξύλου στο κρέας μου, την απολαμβάνω. Είναι το επάνω πέταλο του ξύλινου λουλουδιού που μου την προκαλεί.
Κάθομαι τώρα, κάθισα. Το τσάι μπροστά μου ζεματάει, τόσο το καλύτερο. Το πλησιάζω σιγά σιγά με τα δάχτυλα. Δεν βιάζομαι. Πρώτα συναντώ το πιατάκι, μετά την κούπα. Ποια κούπα είναι σήμερα, αυτή που έχει το ύψος της παλάμης μου ή η άλλη η χαμηλότερη; Αυτή που έχει το ύψος της παλάμης μου. Μπορώ μέχρι να κρυώσει λίγο το τσάι, να αγκαλιάσω την κούπα κρατώντας μια μικρή απόσταση από την πορσελάνη για να ζεστάνω λίγο τα χέρια μου χωρίς να καώ. Μπορώ επίσης να το φυσήξω, ξέρω πού είναι. Μπορώ να φέρω και τα δάχτυλά μου στο στόμιο της κούπας, να νιώσω όλη του την περιφέρεια και να φυσήξω με μεγαλύτερη ακρίβεια πάνω στην υγρή επιφάνεια. Να το το στόμιο του φλιτζανιού στις ρώγες των δαχτύλων μου. Φυσάω και αναδύεται το άρωμα του τσαγιού απ’ το βουνό, βαρύ, σαν φασκόμηλο.
Πρώτη γουλιά, σιγά σιγά, με προσοχή. Στο μεταξύ έφτασε και η ώρα για την πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή του εκκλησιαστικού σταθμού. Αν ψαύσω πάνω στο ντιβάνι αριστερά, η τεντωμένη κεραία είτε θα μπλεχτεί στο μανίκι μου είτε θα περάσει ανάμεσα απ’ τα τεντωμένα δάχτυλά μου. Τίποτε απ’ τα δύο: μού κέντησε τον καρπό. Την ακολουθώ μέχρι τη βάση της, να’ το το ραδιοφωνάκι. Τσακ το διακοπτάκι προς τα δεξιά. Δεν χρειάζεται να ρυθμίσω τη συχνότητα. Ακούγεται η διαφήμιση με τα εκκλησιαστικά είδη, μανουάλια, καντήλια κλπ.. Αμέσως μετά, ξεκινά πάντα η εκπομπή. Δύο ολόκληρες ώρες. Αυτή η μονότονη γλυκερή φωνή, κάθε μέρα για δύο ώρες. Θα μπορούσα να είμαι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που ακούει μια εκπομπή με τα μάτια κλειστά. Καμία διαφορά.  
Έτσι θα το πάω, ως το τέλος. Να περάσει η ώρα. Στα ενδιάμεσα μπορώ να βυθίζω και τα ημικύκλια των νυχιών μου στο προστατευτικό νάυλον πάνω απ’ το τραπεζομάντιλο και, για λίγο έστω, ν’ αφήνω τα αποτυπώματά μου, μέχρι να επανέλθει το πλαστικό.
Δόξα σοι ο Θεός ημών.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου