Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στο μονό μου κρεβάτι που μυρίζει καλοκαίρι, κάνω πως κοιμάμαι. Κουνώ αργά τις πατούσες μου πάνω στο λινό σεντόνι που είναι σπασμένο λευκό, με δυο φαρδιές, γαλάζιες ρίγες στην πλευρά του κεφαλιού, σαν παράλληλα κύματα. Κόκκοι άμμου έρχονται σε επαφή με το λινό και προκαλούν γλυκιά τριβή: δεν έπλυνα καλά τα πόδια μου όταν γύρισα από την παραλία. Η άμμος δεν είναι βρώμικη κι εμένα η τριβή μ’ αρέσει.
Και ξάφνου, να’ το. Εκεί που τρίβω ηδονικά τις φτέρνες μου στο σεντόνι, αρχίζει να ακούγεται, διακόπτοντας την ερεθιστική επαφή μου με το λινό. Μπήγω το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι το οποίο στη συνέχεια διπλώνω στα δύο, μήπως και πάψω να ακούω αυτόν τον εκνευριστικό ήχο. Τον ήχο που κάνει ένα μαχαίρι κουζίνας όταν ξύνει ξύλινες επιφάνειες για να τους αφαιρέσει ξεραμένες σταγόνες μπογιάς. Ύπουλος ήχος, ό, τι χειρότερο για το νευρικό σύστημα.
Το σπίτι στο νησί, με ξύλινη εσωτερική σκάλα, το έχτισε ο πατέρας, με κόπο και οικονομίες χρόνων. Οπότε έπρεπε όλοι να το αγαπάμε και να περνάμε εκεί εξάπαντος κι ασμένως, τις καλοκαιρινές μας διακοπές. Οι περιουσίες θέλουν συντήρηση, φροντίδα και την τακτική παρουσία των ιδιοκτητών τους, ειδάλλως και ιδίως όταν βρίσκονται σε απομακρυσμένα μέρη, μπορεί κάποιος να τις σφετεριστεί.
Εμένα το μόνο που μου άρεσε σε σχέση με τις διακοπές αυτές, ήταν η θάλασσα. Πιο ειδικά, μου άρεσε να μένω μέσα της με την πλάτη γυρισμένη στην αμμουδιά, όπου λιάζονταν οι γονείς μου, κι όταν ερχόταν η ώρα της αναχώρησης να παριστάνω την κουφή. Το παιχνίδι μου είχε ως εξής: όταν έφτανε το μεσημέρι, το όνομά μου άρχιζε να αντηχεί σε όλους τους τόνους, βγαίνοντας από το βαθύ ηχείο του πατέρα μου κι από το πιο ρηχό, της μάνας μου. Οι φωνές τους έφταναν μέχρι απέναντι, στα διαπόντια νησιά. Εγώ, τίποτα. Χωμένη στη θάλασσα, άφηνα το βάρος μου στο νερό και κρυφογελούσα, με την πλάτη σταθερά γυρισμένη στην αμμουδιά και το πρόσωπο ανάμεσα κύμα κι ορίζοντα. Με φώναζαν συλλαβιστά λες και πνιγόμουν ή λες και ήμουν μειωμένης αντίληψης. Η ένταση στο κάλεσμα του ονόματός μου ολοένα και δυνάμωνε, ενώ η διάρκεια της τονιζόμενης συλλαβής του παρατεινόταν τόσο, ώστε ο ήχος του αλλοιωνόταν εντελώς, γινόταν αστείος και στο τέλος φρικιαστικός. Ήταν πια ένας ήχος που δεν αντιστοιχούσε στο όνομά μου, οπότε είχα κάθε λόγο να μην ανταποκρίνομαι. Κάποια στιγμή, βαριόμουν κι εγώ η ίδια το παιχνίδι μου, τα δάχτυλά μου ζάρωναν τελείως κι έβγαινα στη στεριά, με τις ατσούμπαλες κινήσεις του προεφηβικού μου σώματος...
Το μαχαίρι συνεχίζει με επιμονή. Το νιώθω να πλησιάζει στην πόρτα του δωματίου μου. Θα προτιμούσα ν’ ακούω καμπάνες ή κανόνια παρά αυτό το μοχθηρό κουζινομάχαιρο. Σα να βλέπω τον πατέρα μου σε βαθύ κάθισμα, με κατσαρά αγγεία στο μέτωπο, το δείκτη του δεξιού χεριού του πάνω στη λεπίδα και τα υπόλοιπα δάχτυλα τυλιγμένα γύρω απ’ τη λαβή του μαχαιριού, να το κατευθύνει πάνω κάτω, προσπαθώντας μεθοδικά και με ρυθμό να αφαιρέσει από το ξύλινο πηχάκι και την ξύλινη σκάλα τις ξεραμένες σταγόνες μπογιάς. Διότι φυσικά, για να λείπει το αφεντικό και να μην υπάρχει επιτήρηση, η δουλειά έγινε βιαστικά και ιδού: δεκάδες μικρές και μεγαλύτερες ξεραμένες σταγόνες μπογιάς στο ξύλο. Απαράδεκτο.
Κάποια στιγμή, σαν από θαύμα, σταμάτησε ν’ ακούγεται ο ανατριχιαστικός ήχος. Κάτι αιφνίδιο απέσπασε την προσοχή του πατέρα μου, τον έκανε να κατέβει τη σκάλα και να παρατήσει στη μέση την επιχείρηση ξύσιμο ξεραμένου χρώματος. Είπα τότε να σηκωθώ κι αυτό και έκανα, με τις ατσούμπαλες κινήσεις του προεφηβικού μου σώματος. Άνοιξα την πόρτα μου κι ένας νησιώτικος αέρας αυγούστου έκανε τ’ αυτιά μου να βουΐξουν. Οι κουρτίνες υψώθηκαν ως το ταβάνι. Ανάσανα το μελτέμι βαθιά μα με απάθεια κι άπλωσα το χέρι μου να στηριχτώ, στην αρχή της ξύλινης κουπαστής όπου ο πατέρας μου είχε προ ολίγου παρατήσει το μαχαίρι. Εκείνο, με το που το άγγιξα, άρχισε να στριφογυρίζει με κέντρο της κίνησής του το σημείο όπου ενώνεται η λαβή με τη λεπίδα, τόσο γρήγορα, δημιουργώντας τη γνωστή οφθαλμαπάτη και δίνοντας την εντύπωση του μεταλλικού δίσκου. Λίγο πριν την ακινητοποίησή του και υπό το βάρος της λαβής του, η οποία κατά το σταμάτημα της περιστροφής προεξείχε της κουπαστής, ανατράπηκε και άρχισε να εκτελεί ελεύθερη πτώση. Ήταν καθαρός τζόγος: αν το μαχαίρι είχε ακινητοποιηθεί με τη λεπίδα προς τα έξω, που ήταν πιο ελαφριά από τη λαβή, θα είχε παραμείνει στη θέση του.
Δεν ξέρω σε ποιο ακριβώς σημείο της ευθύγραμμης ομαλής κίνησης του μαχαιριού, σταμάτησε στιγμιαία η καρδιά, το συκώτι κι ο εγκέφαλός μου. Κάτω ακριβώς από τη σκάλα, βρίσκονταν ο πατέρας και ο θείος μου. Νόμισα πως θα ήταν η τελευταία τους κουβέντα. Μα τα κλάσματα των κλασμάτων των δευτερολέπτων περνούσαν κι εκείνοι οι δυο συνέχιζαν να μιλάνε και να λένε κάτι για ψάρια και αν είναι καλύτερος ο σκορπιός για σούπα ή το κοκκινόψαρο.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου