Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

στον Σ.

Φοράω ακόμη από χθες τα μαύρα του επιταφίου. Κάθομαι στην κουζίνα, τρώω χαλβά και κοιτάω τη μάντρα των παιδικών μου χρόνων. Λίγο μετά, στο δρόμο για την αποκαθήλωση, οι λεύκες μυρίζουν βαριά και λίγο πριν την εκκλησία, η ανοιχτή αγορά του Άμστερνταμ. Γουότερλουπλεϊν. Κοιτάζω για ένα λευκό κερί. Η γιαγιά έχει φύγει από νωρίς. Μύρισα τη μυρωδιά της στη σκάλα. Μυρωδιά ζυμαριού, βασιλικού και λιβανιού.... Τώρα, στο τραμ 7, καθισμένη ανάποδα, χώρια απ' τη διαίσθησή μου. Γύρω μου, ολλανδοί οικονομολόγοι, αληθινή απειλή του μέλλοντος. Νομίζω ότι θα δω από το απέναντι πεζοδρόμιο τη γιαγιά να επιστρέφει από τη λειτουργία, να μου λέει ότι άργησα και να τρέξω στον Άγ. Νικόλαο να προλάβω, που τελειώνει πιο αργά. Καθρεφτίζομαι στο τζάμι του τραμ. Άνθη λεμονιάς μπερδεύονται με τις τουλίπες. 'Μήπως είστε της εκδρομής'; ο Σεφέρης ρωτά, όχι εγώ βέβαια. Εγώ δεν θα 'κανα ποτέ τέτοια ερώτηση. Ούτε έχω φοβηθεί περισσότερο σιωπή, απ' τη σιωπή όταν εσύ οδηγείς κι εγώ στη θέση του συνοδηγού δεν κάθομαι οκλαδόν. Μην μου ξαναπείς ποτέ να κάνω υπομονή. Μέσα μου βαθιά ηχούν τα κρόταλα. Τα ρούχα μου μυρίζουν ωραία. Καταλαβαίνεις....κι όλα αυτά τα μισόλογα..πήγες χθες στο au revoir..δεν το ξέχασα. Μόνο που ξέχασα να σου πω για τον Μίδα, εκείνο το 7χρονο αγοράκι που παίζει swing στο δρόμο. Έσκυψα κι αγόρασα το cd. Ακούγοντάς το, διέσχισα τη Βόρεια Θάλασσα. Ήταν σαν υγρό αεροδρόμιο. Κι όταν έφτασα στο Texel, δεν υπήρχε πια βαρύτητα. Μόνο κάτι παρατηρητές σπάνιων πουλιών κι εγώ που δεν έκλεισα μάτι. Γυρνώντας, με περίμενε στο γραμματοκιβώτιο ο Βέρθερος και με δάγκωσε στο στομάχι εκείνη η Κυριακή, που δεν περάσαμε μαζί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου