Σάββατο 20 Ιουλίου 2013
Κυριακή 5 Μαΐου 2013
Μ. Δευτέρα. Βάζω προσωρινά στο ράφι το Αυτόματο του Σταθόπουλου
συγκλονισμένη από τη λεπτομέρεια ότι λίγες ημέρες πριν, εντελώς συμπτωματικά, είχα
διαπιστώσει από πρώτο χέρι (το δικό μου) πόσο δύσκολο είναι να ουρήσει ένας άνδρας
χωρίς καθόλου να πιτσιλίσει το χείλος της λεκάνης. Κατέβασα το φερμουάρ κι έβγαλα
το πέος του έξω. Ως εδώ, όλα καλά. Όταν όμως άρχισε η ούρηση, έχασα τελείως το
στόχο, εκείνο έκανε σαν σάρκινη μάνικα και τα πλακάκια γίναν χάλια. Στο Αυτόματο
υπάρχει αναφορά σε μια γυναίκα που ήταν άντρας στις ερωτικές της φαντασιώσεις. Πολλές
φορές ο εραστής της, που το είχε αντιληφθεί από την πρώτη στιγμή, την άφηνε να
νιώθει πως ουρούσε εκείνη αντί γι’ αυτόν, στεκόμενη από πίσω του, όρθιος εκείνος
μπροστά στη λεκάνη όταν του ερχόταν η ανάγκη κι αφήνοντας τη γυναίκα να κάνει
από πίσω του όλες τις κινήσεις. Έχω ένα ειδικό ράφι στο οποίο τοποθετώ τα βιβλία
που θα μείνουν εκεί προσωρινά.
Μ. Τρίτη. Διαβάζω κάμποσο
Πρεβέρ σε μετάφραση Γιάννη Βαρβέρη και κάπως ηρεμώ. Ένα σημείωμά μου για το Αυτόματο
αναρτάται στο διαδίκτυο. Πολύ φυσιολογικά, ουδείς νοιάζεται.
Μ. Τετάρτη. Πιάνω το Μάη σ’ ένα ανθοπωλείο της οδού Φιλαρέτου.
Η Φιλαρέτου έχει γίνει πια ο αγαπημένος μου δρόμος. Μαγαζιά στη σειρά με βότανα,
κεριά, φυτώρια κ.ά.. Το παρεκκλήσι του Αγίου Νεκταρίου και τέλος, το δημόσιο
ψυχιατρείο. Στην αίθουσα αναμονής, ένας άντρας με πλαστικό μπουκάλι, πίνει ούρα.
Στα χέρια κρατά μια βέργα ξύλινη σα σκήπτρο. Απαιτεί να δει το γιατρό. Ωρύεται.
Πρέπει να δει το γιατρό να του πει πόσο τον αγαπά. Είναι επείγον.
Μ. Πέμπτη. Στη Φιλαρέτου. Ο ζητιάνος που δεν ελέησα με
φωνάζει να μου πει πως έχει πέσει το μαντήλι μου. Σίγουρη πως με καταριέται,
δεν γυρίζω το κεφάλι μου και προχωράω περιφρονητική και κουρασμένη. Επιμένει.
Ακούω καθαρά το τι μου λέει. Σκύβω και μαζεύω ένα ποτάμι που είχε χυθεί στο δρόμο.
Το περνάω στο λαιμό μου, λέω ευχαριστώ, με χαιρετά.
Λίγο αργότερα, στο
πέμπτο Ευαγγέλιο, δεν αντέχω και βγάζω τις γόβες. Ξυπόλυτη, στέκομαι, νιώθοντας
στις καμάρες μου το πρώην παχύ χαλί της εκκλησίας. Ο κόσμος με σκουντά διαρκώς
καθώς περνά να προσκυνήσει την Αγία Άννα που έχει στο πρόσωπό της χαρακιές. Κάθετες
και λοξές, περίπου πέντε. Έπειτα, η είδηση μιας αυτοκτονίας από πέμπτο όροφο.
Μ. Παρασκευή. Τα πρακτορεία κλειστά. Να μην μπορείς να παίξεις
ούτε ένα στοίχημα ούτε μια κυνοδρομία. Τίποτα. Λουκέτο παντού. Γαμημένα σκυλάκια…
Μ. Σάββατο. Δεν άκουσα το Χριστός Ανέστη. Ο παπάς βγήκε
στο μπαλκόνι μα είχε αφωνία. Λίγο πριν τα χαράματα στη Μακρυγιάννη, ένας με κόκκινο
πουκάμισο φώναζε κάτι για τον Καντάφυ.
Κυριακή Πάσχα. Καμύ, Η Πτώση, σελ. 68- 72, Εκδόσεις Καστανιώτη.
Κι ο φάκελος που περιείχε την ευχή της βασκανίας να γράφει απ’ έξω: «ΑΤΕΛΩΣ-
ΓΡΑΦΗ BRAILLE».
Σάββατο 4 Αυγούστου 2012
Ευτυχιό
Ο νευρολόγος της μελετώντας τα αποτελέσματα
των εξετάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί, διέγνωσε πως έπασχε από
ευτυχιό.
Αν δεν ήταν τόσο αγχωμένη, θα είχε βάλει τα γέλια.
Αλλά ήταν. Κι ο συνειρμός με το χτικιό αναπόφευκτος.
Η λέξη, της εξήγησε ο γιατρός, αποτελεί ευφημισμό.
Άμεσο δάγκωμα στο στομάχι της.
«Όπως λέμε ‘ευλογιά’»;
«Ακριβώς», της απάντησε εκείνος.
«Δυστυχιό με άλλα λόγια», μετέφρασε εκείνη.
«Κοιτάξτε, είναι μια πάθηση που άλλους οδήγησε
στην τρέλα, άλλους όμως στη δημιουργία. Ακόμη και στην υπέρβαση.
Το μυαλό ενός ευτυχικού, σε κάθε περίπτωση,
λειτουργεί ανεξέλεγκτα».
(Ο νευρολόγος τής δείχνει με μια βέργα το σχήμα
που παίρνει ο εγκέφαλος κάποιου που πάσχει από ‘ευτυχιό’).
(Της αναφέρει ένα παράδειγμα κάποιου γνωστού
πανεπιστημιακού ο οποίος υποφέρει από την ίδια ασθένεια και εξακολουθεί να
διαπρέπει στο χώρο του).
(Τελοσπάντων, κάνει ό, τι μπορεί).
Εκείνη τον αποχαιρετά με ένα χέρι κίτρινο.
Αποφασίζει να το ξεχάσει.
Να συνεχίσει τη ζωή της.
Τη συνεχίζει.
Την επόμενη μέρα, πήγε νωρίς στο μαγαζί της.
Σήκωσε τα ρολλά
Και άρχισε να το σφουγγαρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη.
Γυμνή από τη μέση και πάνω.
Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012
ΖΩΗ ΜΕ ΑΟΜΜΑΤΟ
Παντρεύτηκα έναν
Τυφλό
για να’ ναι καλός και
να μπορώ.
Κάθε μεσημέρι,
«για να μου φτιάξει το κέφι»,
έβαζε μουσικές στη διαπασών και χόρευε στο
κέντρο περίπου
του σαλονιού.
Μια μέρα,
κι ενώ χόρευε,
τσάκισε τη μέση του με τρόπο τέτοιο,
που ένα τεράστιο χάπι μπλε
από την τσέπη του βρέθηκε στο πάτωμα.
΄Εσκυψα, το μάζεψα, δεν είπα τίποτα, πήγα στο
μπάνιο, εκείνος χόρευε.
Αδύνατον να το καταπιώ,
το άφησα να λιώσει στη γλώσσα μου
κι αυτό
άρχισε να διαλύεται όπως ας πούμε μια ταμπλέτα
πλυντηρίου.
Όταν επέστρεψα στο σαλόνι
εκείνος με τα χέρια ψηλά ακόμη χόρευε
και τη χαρακτηριστική στο πρόσωπο
έκφραση
ενός όποιου αόμματου
είναι σίγουρος ότι τον κάνουν χάζι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)